Κείμενο: Νίκος Μέντζας
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 31 Ιανουαρίου 1776. Πατέρας του ήταν ο Αντόνιο Μαρία Κόμης της Καποδίστριας και μητέρα του η Αδαμαντία, το γένος της κόμισσας Γονέμη. Ήταν το έκτο κατά σειρά, από τα εννιά παιδιά που απέκτησε η οικογένεια. Οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα το 1373. Κατάγονταν από την Ιουστινούπολη της Ιστρίας (κοντά στην σημερινή Δαλματία), όπου άλλαξαν το όνομα της οικογένειας, από Βιτόρι σε Καποδίστρια, αφού μετά την πτώση της “Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους” και το πέρασμα της περιοχής στην Δημοκρατία της Βενετίας, η Ιουστινούπολη μετονομάστηκε σε Κάπο ντ’ Ιστρία.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα Ιωάννη Φιλήμονα, η οικεία της οικογένειας Καποδίστρια “ήτο το πανδοχείο όλων των εθελοντών και προσφύγων Πολεμικών της Ρούμελης και της Πελοποννήσου”. Ο πατέρας της οικογένειας, Αντόνιο Καποδίστριας, ήταν επιφανής δικηγόρος με έντονη παρουσία στο πολιτικό σκηνικό των Επτανήσων. Έχοντας την ευχέρεια, ο Ιωάννης Καποδίστριας έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Κέρκυρα, απ’ όπου το 1794, σε ηλικία 18 ετών, έφυγε για να σπουδάσει στην Ευρώπη. Στην Πάδοβα και στην Βενετία ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική, τη νομική και την φιλοσοφία και το 1797 γύρισε στην Κέρκυρα, όπου άρχισε αφιλοκερδώς να εργάζεται ως χειρουργός. Μετά την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης ανέλαβε την θέση του αρχίατρου του στρατιωτικού νοσοκομείου. Ένα χρόνο μετά, η επτανησιακή κυβέρνηση τον εξέλεξε γραμματέα της επικράτειας.
Στις 21 Μαρτίου 1800, με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και την αποχώρηση των Γάλλων από το Ιόνιο, οι εκπρόσωποι των Ιονίων Νήσων Αντώνιος Καποδίστριας, Νικόλαος Σιγούρος, Άγγελος Όριο και Γεράσιμος Κλαδάς υπογράφουν την ανεξαρτησία των Επτά Ιονίων Νήσων, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου και την εγγύηση της Ρωσίας και της Αγγλίας. Η πρώτη γαλλική κατοχή των νησιών του Ιονίου, υπό το πρόσχημα της μεταλαμπάδευσης των ιδεών της κοινωνικής επανάστασης στην Γαλλία, δεν είχε φυσικά άλλον σκοπό από την εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων του κατακτητή. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγραφε προς το Διευθυντήριο με κυνισμό, ότι “τα νησιά Κέρκυρα, Ζάκυνθος και Κεφαλονιά έχουν για μας μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ ότι όλη η Ιταλία. Η αυτοκρατορία των Τούρκων καταρρέει, μέρα με τη μέρα. Η κατοχή αυτών των νησιών θα μας επιτρέψει να την υποστηρίξουμε, όσο αυτό θα μας είναι δυνατό ή να πάρουμε από αυτή το μερίδιο μας”. Με την πάροδο του χρόνου, η επιβολή βαριάς φορολογίας, η προνομιακή μεταχείριση των ευγενών, η έντονη παρουσία του γαλλικού στρατού και η ανοιχτή επέμβαση των Γάλλων επιτρόπων στα δημόσια ζητήματα δημιούργησαν ασφυκτικό κλίμα για τους κατοίκους των νησιών. Έτσι, η νέα και πολλά υποσχόμενη “Επτάνησος Πολιτεία” αποτέλεσε το πρώτο, τυπικά, αυτόνομο ελληνικό κρατίδιο από την άλωση του 1453. Είχε δική της κυβέρνηση, την δεκατετραμελή Γερουσία - στην οποία συμμετείχε και ο Αντόνιο Καποδίστριας - , δικό της Σύνταγμα, Νόμισμα και Σημαία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, αν και συντηρητικός, ήρθε σε αντιπαράθεση με την πλειοψηφία της Γερουσίας, καθώς το σύνταγμα των Επτανήσων εξυπηρετούσε κατεξοχήν τα συμφέροντα των ευγενών. Το φορτίο της ανοικοδόμησης της πολιτείας ήταν μεγάλο, λόγω της συγκεχυμένης κατάστασης που άφησαν πίσω τους οι προηγούμενοι κατακτητές. Στην μελέτη του “Η Επτανησιακή Δημόσια Οικονομία κατά την περίοδον 1797-1814”, ο οικονομολόγος Ανδρέας Ανδρεάδης σημείωνε ότι “η αναχώρησις των Γάλλων άφηκε τας Ελληνικάς κτήσεις της Βενετίας δεινώς ηκρωτηριασμένας και οικονομικώς ηξαντλημένας, εκληροδότησε δε εις την διάδοχον κυβέρνησιν κατάστασιν αναρχικήν ήτις παρετάθη μέχρι το 1802, καταστήσασα επί τριετίαν σχεδόν αδύνατον πάσαν τακτικήν διοίκησιν”.
Το έτος 1801 αποτέλεσε για τον Καποδίστρια το βάπτισμα του πυρός στην πορεία για την ανασυγκρότηση του έθνους σε πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο. Ήταν επίσης η πρώτη φορά που θα ερχόταν σε ανοιχτή πολεμική αντιπαράθεση με τα ντόπια συμφέροντα και τους προύχοντες. Μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο μετέβη στην Κεφαλονιά, ως επίτροπος της Γερουσίας, για να οργανώσει την περιοχή σύμφωνα με τα πρότυπα της Πολιτείας, ύστερα από κάλεσμα των τοπικών αρχών. Στο νησί επικρατούσε χάος και ασυδοσία, ενώ τα συμφέροντα των διαφόρων τοπαρχών κυριαρχούσαν. Το νησί είχε χωριστεί σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα (Άννινων & Μεταξάδων) με κέντρα το Ληξούρι και το Αργοστόλι, τα οποία καθοδηγούνταν από ντόπιους παράγοντες με φιλελεύθερο προσωπείο και προκάλυμμα το σύνταγμα. Μετά την ήττα των Γάλλων στα Επτάνησα, οι ευγενείς θεώρησαν ότι τους δινόταν μια πολύ καλή ευκαιρία για την παλινόρθωση της ηγεμονίας και των προνομίων που απολάμβαναν επί Ενετοκρατίας, ενάντια στα συμφέροντα των ευρύτερων μαζών που ζητούσαν ισοπολιτεία και τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος. Έτσι, το διάστημα εκείνο σημειώθηκαν εμφύλιες συγκρούσεις και έντονες βιαιοπραγίες στην Κεφαλονιά.
Φτάνοντας ο Καποδίστριας, σε δημόσιο διάγγελμά του από το πρυτανείο κάλεσε όλους τους κατοίκους της περιοχής να ομονοήσουν προς χάριν της πατρίδας, της συνταγματικής αρχής και της ομοσπονδιακής ανασυγκρότησης. Επίσης, τόνισε τον προσωρινό χαρακτήρα του συγκεκριμένου συντάγματος, υποβάλλοντας ο ίδιος, λίγο καιρό μετά, πρόταση για την αναθεώρησή του. Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειές του, που σε κάποιες περιπτώσεις έθεσαν σε κίνδυνο ακόμη και την ζωή του, οι παλινωδίες και εξεγέρσεις των δυο πλευρών συνεχίζονταν. Έτσι, με τον τακτικό στρατό και με μισθοφορικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον συνταγματάρχη Πιερί, στην πεδιάδα της Κρανιάς, στις 2 Ιουνίου 1801 νικήθηκαν οι ομάδες των Μεταξάδων. Παρόλα αυτά, οι μάχες συνεχίστηκαν με του χωρικούς να πρωτοστατούν σαν υπερασπιστές των συμφερόντων, να προβαίνουν σε λεηλασίες, εμπρησμούς κατοικιών και δημόσιων κτιρίων με αποτέλεσμα την αποτέφρωση τραυματιών, αλλά και αποκεφαλισμούς και ακρωτηριασμός, όπως στην περίπτωση του λοχαγού Άγγελου Ιακωβάτου. Ο Καποδίστριας τελικά, κατάφερε μέσω της πολιτικής οδού να θέσει τέλος σε όλη αυτή την κατάσταση και σε μια εξέγερση στην Ζάκυνθο, και να υψώσει την επτανησιακή σημαία.
![]() |
| Τα εμβλήματα της Επτανήσου Πολιτείας |
Έπειτα από την επιτυχή έκβαση της προσπάθειας οργάνωσης των νησιών, ακολούθησε συντακτική συνέλευση μέσω της οποίας, στις 16 Οκτωβρίου 1803, καταρτίστηκε το νέο Σύνταγμα των Επτανήσων. Το Σύνταγμα αυτό εισήγαγε καινοτόμες και φιλελεύθερες ιδέες που έθεταν σε πρώτο πλάνο έννοιες όπως η αξιοκρατία, η δημοκρατία και το εθνικό στοιχείο. Η διαδοχή των ευγενών σε πολιτικές θέσεις, μέσω της οικογενειοκρατίας, καταργούταν και δινόταν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε κάθε άτομο που, αξιοκρατικά, πληρούσε τα χαρακτηριστικά του ικανού πολίτη. Στον τομέα της δημόσιας παιδείας, ο Καποδίστριας πρωτοστάτησε με τη δημιουργία δημόσιων σχολείων. Ακολούθως, ανέλαβε την γενική εποπτεία του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς σημείωνε την ανάγκη “όπως διαδώσουν τα φώτα του πολιτισμού δια της καλλιέργειας της παιδείας, η οποία μόνη θα αποδώσει λειτουργούς άξιους του Έθνους και της Πολιτείας”. Λόγω της μακρόχρονης ξενοκρατίας, η ελληνική γλώσσα έτεινε να εκλείψει, και γι’ αυτό ένα από τα μέτρα που εισήγαγε ήταν η προαπαιτούμενη γνώση της ελληνικής γλώσσας για τον διορισμό σε δημόσια θέση. Στο πεδίο της θρησκευτικής πίστης, η θρησκεία της ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας ορίστηκε ως επικρατούσα. Κατά τα άλλα, το Σύνταγμα έθετε τις βάσεις για την ενδυνάμωση του εμπορίου, την εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού συστήματος και την ισχυροποίηση του κρατικού ιστού. Επίσης, προβλεπόταν η αναθεώρησή του κάθε δυο χρόνια, εφόσον κάτι τέτοιο κρινόταν σκόπιμο. Γραμματέας του κράτους διορίστηκε ο ίδιος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος δίνοντας το καταστατικό παράδειγμα, παραιτήθηκε από την θέση ύστερα από δυο χρόνια θητείας, αποφεύγοντας την στοχοποίηση και την δημιουργία κλίματος, καθώς οι ευγενείς του νησιού, υποστηριζόμενοι από τον Ρώσο πληρεξούσιο, είχαν αρχίσει να δείχνουν έντονη δυσφορία απέναντι στις ριζοσπαστικές πολιτικές που ακολουθούσε.
Το 1805 η Πύλη κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, σπάζοντας την συμμαχία. Δυο χρόνια αργότερα, ο Αλή Πασάς βρήκε την ευκαιρία να εκστρατεύσει από την Ήπειρο με δυνάμεις Τουρκαλβανών εναντίον της Λευκάδας, στην οποία είχαν καταφύγει Σουλιώτες οπλαρχηγοί, με σκοπό να την κυριεύσει. Τρομοκρατημένοι οι κάτοικοι έψαχναν τρόπο διαφυγής. Την ηγεσία του στρατεύματος ανέλαβε ο ίδιος ο Καποδίστριας, ύστερα από εντολή της κυβέρνησης, πλαισιωμένος από δυνάμεις Σουλιωτών και Αιτωλοακαρνανών. Συλλαμβάνοντας, μετά από γρήγορη επιθεώρηση της γεωγραφικής μορφολογίας της περιοχής, την εικόνα του σχεδίου αντίστασης, έδωσε εντολή για την δημιουργία βαθιάς τάφρου και προμαχώνων. Καθώς μάλιστα οι πολίτες ήταν εμφανώς διστακτικοί, ο Καποδίστριας έδωσε πρώτος το παράδειγμα: έπιασε το φτυάρι και ενθάρρυνε τους αμυνόμενους, εκθέτοντας τον εαυτό του στην επίθεση των Τούρκων. Σύντομα, οι επιτιθέμενοι κάμφθηκαν από την σθεναρή αντίσταση και, καθώς υπήρχε και ο φόβος εξέγερσης των αρματολών στην περιοχή της Ηπείρου, υποχώρησαν.
Μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, ο εθνικός ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, εξυμνώντας την προσφορά του στην πρώιμη αυτή, προεπαναστατική, περίοδο, είπε:
“Οι πιο γνωστοί οπλαρχηγοί, κατανοώντας με την φωνή του Καποδίστρια ότι πρόκειται για την σωτηρία, όχι μιας μικρής γωνιάς της ελληνικής γης, αλλά για το σύνολο της, συνέρρευσαν από παντού στο νησί προσφέροντας το αίμα τους για την κοινή πατρίδα. Οι πολίτες οπλίζονται και πλούσιοι και φτωχοί εργάζονται νύχτα μέρα, κατασκευάζοντας χαρακώματα και επάλξεις. Σε κάποιο συμπόσιο, στο οποίο ο κόμης Καποδίστριας κάλεσε όλους τους οπλαρχηγούς της Ηπείρου, κάτω από την σκιά των δέντρων ξαφνικά σηκώνεται από την θέση του και εμπνεόμενος από τον έρωτα για την πατρίδα εκφράζει πρόποση για την απελευθέρωση. Και εκείνοι οι γενναίοι άνδρες, τραβώντας τα ξίφη τους, έδωσαν τον φοβερό όρκο, ο οποίος έμελλε να εκπληρωθεί έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια. Ο εχθρός απηύδησε, αποσύρθηκε. Αλλά ποιος μπορεί να μην νιώσει θαυμασμό διαβάζοντας τα διασωθέντα επίσημα έγγραφα στο αρχειοφυλάκιο μας, τα οποία μιλούν υπέρ του αείμνηστου κυβερνήτη; Άγρυπνος και πολύ δραστήριος μπόρεσε να ηλεκτρίσει τις ψυχές των κατοίκων. Οξυδερκής και προνοητικός μπόρεσε να προβλέψει την μέλλουσα εξέγερση και επομένως κατέβαλε κάθε προσπάθεια και για να ματαιώσει τα σχέδια εκείνου του μεγάλου ελληνομάχου και για να σώσει από τον όλεθρο τα τελευταία ερείπια της αρχαίας δόξας μας. Αυτή είναι κατ’ εμένα η πιο ένδοξη εποχή του Καποδίστρια, διότι σε αυτήν ακτινοβολεί η τόσο φωτεινή ψυχή του και από τότε διατυπώνεται ο χαρακτήρας του μεγάλου άνδρα…”
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Στις 8 Ιουλίου του 1807, μετά τη νίκη της Γαλλίας εναντίον της Ρωσίας, ήρθε το τέλος της βραχύβιας αυτής “Επτανήσου Πολιτείας”. Με την συνθήκη του Τιλσίτ, η Ρωσία παραχώρησε το Ιόνιο στον Ναπολέοντα. Την διοίκηση των Ιονίων νήσων ανέλαβε ο στρατάρχης και αρχηγός του επιτελείου του Ναπολέοντα Λουί Αλεξάντρ Μπερτιέ κι έπειτα ο στρατηγός Φρανσουά Ξαβιέ Ντονζελό. Ο πρώτος ακύρωσε το Σύνταγμα, τοποθέτησε πρόσωπα της εύνοιάς του στα δημόσια πόστα και έθεσε την κυβέρνηση των νησιών υπό την εποπτεία του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας. Όπως γράφει στην μελέτη του ο Ανδρέας Ανδρεάδης“οι άνθρωποι απέθνησκον της πείνης και οι Κερκυραίοι κατήντησαν να νοσταλγώσι τους Βενετούς Προβλεπτάς”. Η αγγλική κατασκοπία, επωφελούμενη της λαϊκής δυσφορίας που προκάλεσε η όλη κατάσταση, παρενέβη υποκινώντας εξεγέρσεις από μικρές ομάδες αγανακτισμένων πολιτών. Τελικά, οι Γάλλοι κατακτητές δεν άντεξαν και το 1815, μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ και τις αγγλικές νίκες, τα Επτάνησα τέθηκαν υπό την επικυριαρχία της Αγγλίας και μετονομάστηκαν σε “Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων”. Ο Καποδίστριας, παρόλο που του είχαν προσφερθεί ηγετικές θέσεις υπό την κυριαρχία των Γάλλων, απέρριψε τις προσφορές. Αντ’ αυτού, το 1808, δέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα της Ρωσίας, Αλέξανδρου Α’, να μεταβεί στην Πετρούπολη για να αναλάβει θέση στο υπουργείο. Η πρόσκληση δεν έγινε τυχαία. Τρεις βασικοί παράγοντες έπαιξαν ρόλο: Οι πολύ καλές σχέσεις του πατέρα του Καποδίστρια με την Ρωσία, οι ικανότητές του, που αναδείχθηκαν κατά την εγκαθίδρυση της πολιτείας στα Ιόνια νησιά, και οι συστάσεις του Ρώσου πληρεξούσιου στην “Επτανησιακή Πολιτεία”, κόμη Γεώργιου Μοτσενίγου. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1809, αναλογιζόμενος τις δυνατότητες που θα του δίνονταν από αυτή την θέση, ώστε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε διεθνές επίπεδο για την ανοικοδόμηση του ελληνικού έθνους, έφτασε στην μεγάλη πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Στην Πετρούπολη ανέλαβε για δυο χρόνια σύμβουλος του κράτους, όμως λόγω του ψυχρού κλίματος ζήτησε και μετατέθηκε στην Βιέννη, ως γραμματέας στην ρωσική πρεσβεία. Λίγο αργότερα όμως, βλέποντας ο αυτοκράτορας τις εξαιρετικές διπλωματικές του ικανότητες και τους λεπτούς πολιτικούς του χειρισμούς, του ανέθεσε την θέση του επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του διοικητή του στρατού του Δούναβη, ναύαρχου Τσιτσαγκώφ, στο Βουκουρέστι. Ενισχύοντας την εμπειρία και την φήμη του, ο Καποδίστριας στάλθηκε μυστικά στην Ελβετία για να βολιδοσκοπήσει την πολιτική κατάσταση της χώρας, που προσομοίαζε σε εκείνη των Επτανήσων την περίοδο των τοπικών εμφυλίων. Η Ελβετία, μετά την προσάρτηση από τον Ναπολέοντα, είχε γίνει δορυφόρος της Γαλλίας. Η Ρωσία ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Ελβετίας για την συνέχιση των πολεμικών της επιχειρήσεων, χωρίς νέα εμπόδια. Το ίδιο διάστημα, ο Αυστριακός υπουργός εξωτερικών Κλέμενς φον Μέτερνιχ είχε στείλει τον βαρόνο Λούντβιγκ Λεμπτσέλτερν να βολιδοσκοπήσει από την πλευρά της αυστριακής διπλωματίας, με σκοπό την εγκαθίδρυση κυβέρνησης φίλα προσκείμενης στην Αυστρία για την διέλευση του αυστριακού στρατού εναντίον των στρατευμάτων του Ναπολέοντα. Ο Αυστριακός πολιτικός έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση για συνεργασία με τα αριστοκρατικά καντόνια. Με μια κίνηση διπλωματικής διορατικότητας, ο Καποδίστριας υπέγραψε κοινή διακοίνωση με τον Αυστριακό ομόλογό του, σύμφωνα με την οποία η Ελβετία θα εξασφάλιζε ελβετικά εδάφη που είχε προσαρτήσει η Γαλλία. Όταν ο Καποδίστριας το ανακοίνωσε αυτό στον αυτοκράτορα, εκείνος εξανέστη ζητώντας εξηγήσεις. Ο Έλληνας διπλωμάτης τότε, ζήτησε από τον τσάρο να αποκηρύξει, επίσημα, την διακοίνωση και του εξήγησε ότι η μονομερής κίνηση, πλέον, των Αυστριακών, και η ανοιχτή επέμβαση θα δημιουργούσε ένταση και κλίμα δυσφορίας στους πολίτες της Ελβετίας. Έτσι και έγινε, με την Αυστρία να βγαίνει ηττημένη στο διπλωματικό αυτό επεισόδιο. Αντίθετα, στον Καποδίστρια δόθηκε η ευκαιρία, με την ιδιότητα του επιτετραμμένου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, να κερδίσει την εύνοια των Ελβετών χωρίζοντας τη χώρα σε 19 κοινότητες, τα λεγόμενα Καντόνια, και συνδέοντας τες σε μια αρμονική, συνεργατική και δημοκρατική συνύπαρξη. Συντέλεσε καταλυτικά στην σύγκληση μιας από κοινού γενικής συνέλευσης των κοινωνικών τάσεων που οδήγησε στην δόμηση των κοινωνικοπολιτικών βάσεων για ανεξαρτησία και ισοπολιτεία, ενώ ήταν εκείνος που έθεσε της βάσεις για το καντονιακό σύστημα. Αυτό, οι Ελβετοί το εκτίμησαν ιδιαιτέρως και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο συμπολίτη και δημότη των Καντονιών της Λωζάνης και της Γενεύης.
![]() |
| Ο τσάρος Αλέξανδρος Α' |
Στην Πετρούπολη ανέλαβε για δυο χρόνια σύμβουλος του κράτους, όμως λόγω του ψυχρού κλίματος ζήτησε και μετατέθηκε στην Βιέννη, ως γραμματέας στην ρωσική πρεσβεία. Λίγο αργότερα όμως, βλέποντας ο αυτοκράτορας τις εξαιρετικές διπλωματικές του ικανότητες και τους λεπτούς πολιτικούς του χειρισμούς, του ανέθεσε την θέση του επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του διοικητή του στρατού του Δούναβη, ναύαρχου Τσιτσαγκώφ, στο Βουκουρέστι. Ενισχύοντας την εμπειρία και την φήμη του, ο Καποδίστριας στάλθηκε μυστικά στην Ελβετία για να βολιδοσκοπήσει την πολιτική κατάσταση της χώρας, που προσομοίαζε σε εκείνη των Επτανήσων την περίοδο των τοπικών εμφυλίων. Η Ελβετία, μετά την προσάρτηση από τον Ναπολέοντα, είχε γίνει δορυφόρος της Γαλλίας. Η Ρωσία ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Ελβετίας για την συνέχιση των πολεμικών της επιχειρήσεων, χωρίς νέα εμπόδια. Το ίδιο διάστημα, ο Αυστριακός υπουργός εξωτερικών Κλέμενς φον Μέτερνιχ είχε στείλει τον βαρόνο Λούντβιγκ Λεμπτσέλτερν να βολιδοσκοπήσει από την πλευρά της αυστριακής διπλωματίας, με σκοπό την εγκαθίδρυση κυβέρνησης φίλα προσκείμενης στην Αυστρία για την διέλευση του αυστριακού στρατού εναντίον των στρατευμάτων του Ναπολέοντα. Ο Αυστριακός πολιτικός έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση για συνεργασία με τα αριστοκρατικά καντόνια. Με μια κίνηση διπλωματικής διορατικότητας, ο Καποδίστριας υπέγραψε κοινή διακοίνωση με τον Αυστριακό ομόλογό του, σύμφωνα με την οποία η Ελβετία θα εξασφάλιζε ελβετικά εδάφη που είχε προσαρτήσει η Γαλλία. Όταν ο Καποδίστριας το ανακοίνωσε αυτό στον αυτοκράτορα, εκείνος εξανέστη ζητώντας εξηγήσεις. Ο Έλληνας διπλωμάτης τότε, ζήτησε από τον τσάρο να αποκηρύξει, επίσημα, την διακοίνωση και του εξήγησε ότι η μονομερής κίνηση, πλέον, των Αυστριακών, και η ανοιχτή επέμβαση θα δημιουργούσε ένταση και κλίμα δυσφορίας στους πολίτες της Ελβετίας. Έτσι και έγινε, με την Αυστρία να βγαίνει ηττημένη στο διπλωματικό αυτό επεισόδιο. Αντίθετα, στον Καποδίστρια δόθηκε η ευκαιρία, με την ιδιότητα του επιτετραμμένου της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, να κερδίσει την εύνοια των Ελβετών χωρίζοντας τη χώρα σε 19 κοινότητες, τα λεγόμενα Καντόνια, και συνδέοντας τες σε μια αρμονική, συνεργατική και δημοκρατική συνύπαρξη. Συντέλεσε καταλυτικά στην σύγκληση μιας από κοινού γενικής συνέλευσης των κοινωνικών τάσεων που οδήγησε στην δόμηση των κοινωνικοπολιτικών βάσεων για ανεξαρτησία και ισοπολιτεία, ενώ ήταν εκείνος που έθεσε της βάσεις για το καντονιακό σύστημα. Αυτό, οι Ελβετοί το εκτίμησαν ιδιαιτέρως και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο συμπολίτη και δημότη των Καντονιών της Λωζάνης και της Γενεύης.
Η τεράστια αυτή διπλωματική επιτυχία οδήγησε στην περαιτέρω αναγνώριση των πολιτικών ικανοτήτων του Καποδίστρια και την προαγωγή του, από τον Τσάρο, σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ρωσίας στο Συνέδριο της Βιέννης που διεξήχθη στις 19 Σεπτεμβρίου του 1814 (οι εργασίες του ολοκληρώθηκαν στις 9 Ιουνίου του 1815). Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το συνέδριο, στην Οδησσό της Ρωσίας, τρεις Έλληνες, ίδρυαν την Φιλική Εταιρεία...
Στο συνέδριο συμμετείχαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής: η Αγγλία, η Πρωσία, η Αυστρία, η Ρωσία και η Γαλλία. Η συμμετοχή και η παρουσία του Καποδίστρια - και στο Συνέδριο του Παρισίου - όρισε σε σημαντικό βαθμό την έκβαση της απόφασης, σε θέματα όπως η ελάφρυνση της ηττημένης Γαλλίας από τις υπέρογκες απαιτήσεις της Πρωσίας, Αυστρίας και Αγγλίας που μόνο το ειρηνευτικό κλίμα δεν προάσπιζαν. Για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς τον Καποδίστρια, ο βασιλιάς Λουδοβίκος τού πρότεινε μεγάλες αμοιβές, τις οποίες ο ανιδιοτελής πολιτικός απέρριψε. Το μόνο που ζήτησε ήταν η παραχώρηση συγγραμμάτων από την βασιλική βιβλιοθήκη, όσων υπήρχαν σε διπλά αντίτυπα, για να πλουτίσει την βιβλιοθήκη της πατρίδας του. Τελικά, αν και οι προσπάθειες για την αυτονόμηση των νησιών του Ιονίου δεν είχαν εξ’αρχής αποτέλεσμα, απέδωσαν καρπούς λίγο καιρό μετά, στο Παρίσι, στις 5 Μαρτίου 1815. Τότε κηρύχθηκε η ανεξαρτησία του Ιόνιου κράτους υπό την προστασία της Αγγλίας, η οποία όμως φέρθηκε ηγεμονικά, εγκαθιδρύοντας στρατιωτική κυβέρνηση στο “Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων”. Παρόλα αυτά, στο Συνέδριο της Βιέννης, με τις κινήσεις του Καποδίστρια, αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία του ελβετικού κράτους και έγινε αναφορά στο ελληνικό ζήτημα που τέθηκε για πρώτη φορά σε επίσημο επίπεδο.
Ο λόγιος Ανδρέας Ιδρωμένος, στο βιβλίο του «Ιωάννης Καποδίστριας - Κυβερνήτης της Ελλάδος» σκιαγραφεί την μοναδική προσωπικότητα του Έλληνα διπλωμάτη κατά την διάρκεια των εργασιών:
“Στις διαπραγματεύσεις και στις συζητήσεις στο μεγάλης σημασίας συνέδριο, όπου συνήλθαν οι κορυφαίοι διπλωμάτες της Ευρώπης και στο οποίο τα συμφέροντα των συμμάχων ήταν αντικρουόμενα αποδείχθηκαν η ικανότητα και η αξία του Έλληνα πληρεξούσιου της Ρωσίας, από την βαθύτητα των σκέψεων, την πρακτικότητα του μυαλού, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια στην έκφραση της άποψής του. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τα πρακτικά και τα πρωτόκολλα του συνεδρίου. Όπως φαίνεται εκτιμήθηκε ιδιαίτερα το ακέραιο του χαρακτήρα του, καθώς αποστρεφόταν τις μηχανορραφίες, στις οποίες συχνά καταφεύγουν οι διπλωμάτες. Μάλιστα, πολλές φορές ο πειστικός του λόγος και η ευσυνείδητη ψήφος του έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στις τελικές αποφάσεις του συνεδρίου, γέρνοντας την πλάστιγγα προς το δίκαιο και την επιείκεια απέναντι στις ενστάσεις και την επιμονή των ενδιαφερομένων.”
![]() |
| Ο αυστριακός διπλωμάτης και καγκελάριος Κλέμενς φον Μέτερνιχ |
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Καποδίστριας είχε εξελιχθεί σε μόνιμο πονοκέφαλο για τον Μέτερνιχ. Σε μια επιστολή του τελευταίου προς την, γερμανικής καταγωγής, κρυφή ερωμένη του και σύζυγο του Ρώσου πρίγκιπα Κρίστοφερ Λίβεν αναφέρει ότι “η παρουσία του Κερκυραίου με εξοργίζει. Το μυαλό μου μού λέει ότι ο Καποδίστριας δεν έχει καθόλου μυαλό. Στοιχηματίζω όμως ότι το ίδιο θα λέει κι εκείνος για μένα… Στην πραγματικότητα όμως υπάρχει μόνον αυτός και τελικά επιβάλλει τις γνώμες του. Ο Ρώσος υπουργός Νέσελροντ είναι πολιτικά νεκρός. Μπροστά στον Καποδίστρια είναι σαν να μην υπάρχει”. Ο Αυστριακός καγκελάριος είχε πολλές ερωμένες που ανήκαν στην τάξη των ευγενών και ήταν παντρεμένες με διάφορους αξιωματούχους, τις οποίες χρησιμοποιούσε και ως πληροφοριοδότες. Κατά την διάρκεια του συνεδρίου, ο Μέτερνιχ, ερχόμενος σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Καποδίστρια, δεν αναγνώριζε την ύπαρξη ελληνικού έθνους. Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο μεταξύ του άκρως συντηρητικού Αυστριακού και του Έλληνα διπλωμάτη, για τον τρόπο που ο δεύτερος κατάφερε να γύρει την πλάστιγγα υπέρ του. Με την πρόφαση του ομόθρησκου των δυο εθνών, ελληνικού και ρωσικού, είχε καταφέρει να κάνει τον τσάρο να ενδιαφερθεί για το ελληνικό ζήτημα, εκτός συνεδρίου. Στην συνέχεια ακολούθησαν έντονοι διαξιφισμοί με τον Αυστριακό διπλωμάτη:
Καποδίστριας: “Νομίζω πως χρέος των Μεγαλειοτάτων είναι να λάβετε οποιαδήποτε πρόνοιαν και δια το καταδυναστευόμενον ελληνικόν έθνος παρά της Οθωμανικής εξουσίας, το οποίον υποφέρει τόσους αιώνας τον τυραννικόν οθωμανικόν ζυγόν και το οποίον διακινδυνεύει να πέση εις την τελευταίαν εξόντωσιν και τον μηδενισμόν, όθεν δεν μου φαίνεται δίκαιον το να αδιαφορήσουν οι Βασιλείς”.
Μέτερνιχ: “Κύριε Κόμη! Η Ευρώπη δεν γνωρίζει Έλληνας, γνωρίζει την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν υπό της οποίας την εξουσίαν είναι οι κατοικούντες σ΄ αυτήν Έλληνες. Δια τούτο φαίνεται, Κύριε Κόμη, υποστήριξες τόσον, και άφησες εκτός Συνδέσμου της Ιεράς Συμμαχίας, το απέραντον Οθωμανικόν Κράτος, αλλά δεν θα επιτύχεις τις ελπίδες σου περί τούτων”.
Τότε, ο τσάρος θιγμένος από την συμπεριφορά του Μέτερνιχ απέναντι στον πληρεξούσιό του, επομένως και απέναντί του, τον διέκοψε λέγοντας ότι “Οι Έλληνες διά της Θείας Πρόνοιας και της Ευρωπαϊκής αιχμής ενόπλου βοήθειας θέλουν ελευθερωθούν ταχέως και συμφώνως προς τα αρχαία πατρογονικά των δίκαια, θα μείνουν ελεύθεροι, αυτόνομοι και ανεξάρτητοι”.
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1815 υπογράφτηκε στο Παρίσι η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων, Αυστρίας, Πρωσίας και Ρωσίας, που επισφραγίστηκε με την ονομασία “Ιερή Συμμαχία” (προπομπός της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης). Η συμμαχία αυτή ξεκίνησε με θρησκευτικό χαρακτήρα, θέτοντας ένα κλίμα αλληλοϋποστήριξης των τριών αυτοκρατοριών, όμως με τον καιρό ο Αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ την μετέτρεψε σε όργανο επιβολής των πιο συντηρητικών πολιτικών απέναντι σε εθνικοαπελευθερωτικές κινήσεις διαφόρων λαών. Ο Μέτερνιχ, όντας φιλομοναρχικός, σιχαινόταν την ιδέα των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, όπως και των φιλελεύθερων συνταγμάτων, που πήγαιναν κόντρα στα συμφέροντα των αυτοκρατοριών (και επομένως και στα δικά του). Συν τοις άλλοις, ο καγκελάριος φοβόταν την εκδήλωση κινήσεων εθνικής αυτοδιάθεσης και μέσα στη δική του χώρα, η οποία αποτελούταν από διάφορες εθνότητες. Αντιθέτως, ο Καποδίστριας έκανε λόγο για την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας που θα επέτρεπε την σύνδεση των επιμέρους ανεξαρτήτων κρατών, αλλά και εκείνων που θα δημιουργούνταν από τις διεθνείς συγκυρίες και τον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης. Με ειρηνευτικό χαρακτήρα και πολιτισμένη διευθέτηση των ζητημάτων, η συμμαχία θα εξασφάλιζε την προστασία των αδύναμων από την καταπίεση των ισχυρότερων κρατών, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ισονομία και αλληλεγγύη. Αυτό βεβαίως, πήγαινε κόντρα στα συμφέροντα των αυτοκρατοριών…
Την διαφορά των χαρακτήρων και των προθέσεων των δυο διπλωματών καταδεικνύει σε μια επιστολή του προς την πριγκίπισσα Δωροθέα Λίβεν ο Μέτερνιχ:
“Ο αγώνας ανάμεσα στον Καποδίστρια και σε μένα μοιάζει με αγώνα ανάμεσα σε μιά θετική και μια αρνητική δύναμη. Δύο δυνάμεις της ίδιας φύσεως θα συγχωνεύονταν. Στη δική μας όμως περίπτωση, καμιά από τις δύο δεν θα μπορέσει να θριαμβεύσει, προτού ο ένας από τους δύο αντιπάλους εκμηδενιστεί. Από πόση όμως υπομονή έχω ανάγκη για να κρατηθώ…; Τότε μονάχα θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχα, όταν ο Καποδίστριας θα έχει θανατωθεί! Ενόσω ζει, θα είναι πάντοτε επικίνδυνος. Όμως, για να ειπώ την αλήθεια, αυτός είναι ένας έντιμος και πολύ χρήσιμος άνθρωπος, ενώ εγώ…; Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος, και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας!”
Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Την ίδια χρονιά, ο Καποδίστριας αναλαμβάνει την εποπτεία της “Φιλόμουσου Εταιρίας”. Η εταιρία είχε ιδρυθεί δυο χρόνια πριν στην Αθήνα από τους πρόκριτους Αλέξανδρο Χωματιανό, Ιωάννη Μαρμαροτούρη και Πέτρο Ρεβελάκη, υπό την εποπτεία της Αγγλίας, η οποία είχε σαν σκοπό να πατρονάρει τις εθνικοαπελευθερωτικές τάσεις που γεννιόνταν. Ο Καποδίστριας κατάφερε να πάρει τα ηνία της εταιρίας λέγοντας στον τσάρο:
“Οι Άγγλοι ίδρυσαν ήδη, εν Αθήναις, εταιρίαν με τον φαινομενικόν σκοπόν της συλλογής και διατηρήσεως αρχαιοτήτων. Ας ακολουθήσωμεν το παράδειγμα τούτο, εφαρμόζοντες αυτό ουχί προκειμένου περί του παρελθόντος, αλλά περί του παρόντος και μέλλοντος και παρέχοντες βοήθειαν τινά εις τους πτωχούς Έλληνας νέους, τους διψώντας παιδείας.”
Η “Φιλόμουσος Εταιρία” αριθμούσε διακόσια μέλη, άτομα που προέρχονταν κυρίως από τον συντηρητικό χώρο και φιλέλληνες, ενώ το Υπουργείο της Αστυνομίας του Μέττερνιχ έφτασε στο σημείο να υποπτεύεται την δράση της. Φυσικά, ο συγκεκριμένος σχηματισμός ήταν πολύ συντηρητικός για να λειτουργήσει με επαναστατικό χαρακτήρα, παρόλα αυτά συνέδραμε στο φούντωμα του πόθου για την παλιγγενεσία. Ο Άγγλος πράκτορας της εποχής, Τόμας Γκόρντον, στο βιβλίο του “Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης”, γράφει για τις προσδοκίες και τη συνειδητή στήριξη του Έλληνα διπλωμάτη στην εταιρία:
“Δυσφορώντας για την δουλεία της Ελλάδας και ποθώντας να αποσπάσει αυτήν από τον ζυγό της Τουρκίας, ο Καποδίστριας προχώρησε σε αυτό το εγχείρημα με πολύ δεξιότητα και περίσκεψη συγχρόνως, περιορισθείς για κάποιο χρόνο επιφανειακά στην προαγωγή της μάθησης και στην ανύψωση του φρονήματος των Ελλήνων. Αποδοκιμάζοντας οποιοδήποτε σχέδιο φανερής ανταρσίας εναντίον της Πύλης ίδρυσε την ευεργετική εταιρεία με το όνομα Φιλομούσων με τον φανερό σκοπό της διάδοσης των γραμμάτων στην Ελλάδα, με την προστασία βασιλέων και ηγεμόνων. Γνωρίζοντας καλά το σημείο στο οποίο θα κατευθυνόταν αυτό το ίδρυμα, απείχε από την φανερή του επιτήρηση παρακολουθώντας μόνο την πρόοδο του. Ούτε άργησε, όπως είναι φυσικό, να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά στην Φιλική Εταιρεία… αφού δε από το στέλεχος της Εταιρείας των Φιλομούσων φύτρωσε ο γενναίος βλαστός της Φιλικής.”
Το 1815, ο τσάρος προβιβάζει τον Ιωάννη Καποδίστρια στην θέση του γραμματέα επί των εξωτερικών υποθέσεων, που ισοδυναμούσε με το αξίωμα του υπουργού των εξωτερικών. Εκεί γνώρισε και την ελληνικής καταγωγής Ρωξάνδρα Στούρτζα που προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Ήταν η μόνη γυναίκα που αγάπησε και την οποία αναγκάστηκε να αποχωριστεί όταν κλήθηκε να αναλάβει την θέση του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Από τότε δεν την ξανασυνάντησε, και επικοινωνούσε μαζί της μόνο μέσα από επιστολές.
Τα επόμενα χρόνια συμμετέχει σε διάφορα συνέδρια και το 1819 εκφράζει την επιθυμία του να επισκεφθεί, μετά από όλο αυτό το διάστημα ακατάπαυστης δραστηριότητας, την πατρίδα του. Τότε θα έρθει αντιμέτωπος με δυο γεγονότα που θα του προκαλέσουν ιδιαίτερη θλίψη: θα βρει τον αγαπημένο του πατέρα νεκρό, και την Κέρκυρα και το Ιόνιο σε κατάσταση απολυταρχικής αγγλικής διακυβέρνησης. Τότε έρχεται σε αντιπαράθεση με την αγγλική πολιτική, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τις μετέπειτα ενέργειές του, αλλά και την στάση της Αγγλίας απέναντι του.
![]() |
| Ρωξάνδρα Στούρτζα. Η μοναδική ερωτική σχέση που σύναψε ο Καποδίστριας, σχέση την οποία θυσίασε για να κατέβει στην Ελλάδα |
Τα επόμενα χρόνια συμμετέχει σε διάφορα συνέδρια και το 1819 εκφράζει την επιθυμία του να επισκεφθεί, μετά από όλο αυτό το διάστημα ακατάπαυστης δραστηριότητας, την πατρίδα του. Τότε θα έρθει αντιμέτωπος με δυο γεγονότα που θα του προκαλέσουν ιδιαίτερη θλίψη: θα βρει τον αγαπημένο του πατέρα νεκρό, και την Κέρκυρα και το Ιόνιο σε κατάσταση απολυταρχικής αγγλικής διακυβέρνησης. Τότε έρχεται σε αντιπαράθεση με την αγγλική πολιτική, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τις μετέπειτα ενέργειές του, αλλά και την στάση της Αγγλίας απέναντι του.
Αυτό που επισφράγισε την δυσαρέσκειά του για την αγγλική πολιτική ήταν ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Πάργας. Ο Αλή Πασάς πολιορκούσε για χρόνια την πόλη, χωρίς να καταφέρει να την κυριεύσει. Στις 28 Απριλίου του 1819, ο Ύπατος Αρμοστής του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, στρατηγός Τόμας Μέτλαντ, πούλησε την Πάργα στον Τουρκαλβανό πασά για 150.000 λίρες, οδηγώντας στον ξεριζωμό των κατοίκων. Τότε ο Καποδίστριας, μέσω του αγωνιστή Χριστόφορου Περραιβού, απευθύνεται στους οπλαρχηγούς της Ηπείρου, ενθαρρύνοντας τον αγώνα τους. Εκείνο το διάστημα, συναντήθηκε, μεταξύ άλλων, και με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, όπου έκανε μια πρόποση:“Εφέτος κάνουμε το Πάσχα εδώ εις τους Κορφούς και του Χρόνου εις την Πατρίδα σου στον Μωριά”.
Το 1820 – 21, ο Καποδίστριας συμμετέχει στα συνέδρια της Ιερής Συμμαχίας στο Τροπάου και στο Λάιμπαχ. Τα δυο αυτά συνέδρια, που συγκλήθηκαν από τον Μέτερνιχ, προεδρεύοντος του ιδίου, ήταν απόρροια τόσο του ξεσπάσματος επαναστατικού κινήματος στο Βασίλειο της Νεάπολης, που απαιτούσε φιλελεύθερο σύνταγμα, όσο και ενός γενικότερου φιλελεύθερου επαναστατικού πνεύματος που φούντωνε στην περιοχή της Γερμανίας. Με πρωτόκολλο του συνεδρίου στο Τροπάου, η Αυστρία, η Πρωσία και η Ρωσία αποφασίζουν ότι έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις όπου κινδυνεύει η νομιμότητα από απελευθερωτικά και ριζοσπαστικά κινήματα. Ο επίδοξος καγκελάριος, σε επιστολή του προς την πριγκίπισσα Λίβεν, αναφερόμενος πάντα στον μονίμως ενοχλητικό Καποδίστρια, σημειώνει:
“Εδώ στο Τροπάου, φθάνουμε σιγά-σιγά σε ορισμένες αποφάσεις. Δεν είναι αυτές που θα ήθελα. Με τον Καποδίστρια, όμως, είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αυτό το καλό που θα ήθελα εγώ. Αν υπολογίσω τα ποσοστά της επιρροής του καθενός από τους δύο μας στις αποφάσεις που παίρνουμε στα συνέδρια, το 85% της νίκης είναι δικό μου. Με το υπολειπόμενο όμως 15% ο Καποδίστριας κερδίζει τα πάντα. Αναγκάζει τον κόσμο να χάνει την ησυχία του, το γόητρό του. Ο Καποδίστριας δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά για μένα είναι επάνω από τη λογική. Έχει ένα μυαλό παράξενο, που ως τώρα δεν έχω ξαναδεί. Ζει σε έναν κόσμο δικό του, που κάνει τις ψυχές μας καμιά φορά να βλέπουν άσχημους εφιάλτες. Και αυτός ο άνθρωπος κατέχει μια τόσο υψηλή και υπεύθυνη θέση κοντά στον πανίσχυρο Τσάρο!”
Παρόλα αυτά, το διάστημα εκείνο στάθηκε σημείο καμπής στις σχέσεις του Καποδίστρια με τον τσάρο. Αφορμή στάθηκε η επιτολή του υπασπιστή του τσάρου, Αλέξανδρου Υψηλάντη, στις 19 Μαρτίου 1821 εν μέσω του συνεδρίου, που ενημέρωνε τον Ρώσο αυτοκράτορα για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Υψηλάντης, ως Γενικός Επίτροπος της Αρχής της Φιλικής Εταιρίας στις 24 Φεβρουαρίου του 1821 στο Ιάσιο, είχε δημοσιοποιήσει την προκήρυξη για την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Ο τσάρος καταδίκασε την κίνηση αυτή, δήλωσε την ουδετερότητά του στην Πύλη και επέτρεψε την κίνηση του οθωμανικού στρατού στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Ο Καποδίστριας κατέβαλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες ώστε να μην παρθεί η απόφαση για ανοιχτή στήριξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις μεγάλες δυνάμεις. Η έκβαση του συνεδρίου του Λάιμπαχ συνοψιζόταν στην απόφαση ότι“οι Ηγεμόνες διαδήλωσαν ότι θεωρούν νομικώς άκυρον και αποκηρυκτέαν παρά των αρχών του Δημοσίου Δικαίου της Ευρώπης, πάσαν υποτιθέμενην μεταρρύθμισιν πραγματοποιουμένην δια κινήματος ή ανοικτής βίας”. Ο αυστριακός καγκελάριος δήλωνε πως “ουδέποτε υπήρξα ευτυχέστερος παρά τώρα, διότι κατά τις παρούσες περιστάσεις ευρίσκομαι εις την ηλικίαν του λόγου και της ωριμότητος και είμαι βέβαιος ότι δεν πλανώμαι. Το πρώτον ήδη από τριακονταετίας κακόν καταπολεμήθη (εννοώντας τις φιλελεύθερες ιδέες), το οποίον ακριβώς επαρουσίαζον εις την ανρωπίνην ασθένειαν ως το πολυτιμότερον των αγαθών”. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, ο Μέτερνιχ, που είχε χαρακτηρίσει τον Καποδίστρια ως “τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος”, βρήκε την ευκαιρία να διαβάλει με ραδιούργο τρόπο τον αντίπαλό του στην υπόληψη του τσάρου, παρουσιάζοντάς τον σαν καιροσκόπο του ανατολικού ζητήματος. Έτσι, η σχέση του τσάρου με τον Καποδίστρια ψυχράνθηκε, ενώ ο Μέτερνιχ, περιχαρής μετά την κατάπνιξη της επανάστασης στη Νάπολη και την παλινόρθωση της μοναρχίας, ευχόταν να έχει το ίδιο τέλος και η ελληνική επανάσταση. Ενώ όμως ο αντίπαλός του ήταν φαινομενικά ο ηττημένος, στην ουσία είχε νικήσει, καθώς είχε καταφέρει να αποτρέψει την επέμβαση της Ιερής Συμμαχίας στην Ελλάδα.
Δυο χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1820 ένα από τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, είχε μυστική συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ιωάννη Φιλήμονα, στο έργο του “Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας”, ο Φιλικός ήταν επιφορτισμένος να προτείνει στον Έλληνα διπλωμάτη “ή να αναδεχθεί την Αρχηγίαν της Εταιρείας και του μέλλοντος Πολέμου ή να δώσει σχέδιον πως πρέπει να διευθυνθώσι και τα δύο”. Η εταιρία βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, καθότι οι εσωτερικές και οι διαπροσωπικές αναταράξεις δεν επέτρεπαν την οργάνωσή της σε μια σταθερή βάση. Δεδομένης της κατάστασης, τα μέλη της εταιρείας είδαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια τον πλέον κατάλληλο ηγέτη, γεγονός που έκανε τον ίδιο να εκφράσει την δυσφορία του και την αρνητική του διάθεση στο συγκεκριμένο εγχείρημα. Ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, στο έργο του “Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος” αναφέρει ότι “με την ανάθεση της αρχηγίας στον Καποδίστρια, “Σημαντικόν τότε και άξιον της εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν”, όπως γράφει ο Ξάνθος, οι αρχηγοί επεδίωκαν όχι μόνον να αποκτήσει η εταιρεία ηγεσία ικανή και με υψηλό κύρος, αλλά και να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η εντύπωση για Ρωσική υποστήριξη, και ακόμα να επιτευχτεί η εμπλοκή της Ρωσίας στην επιχείρησή τους και να προκληθεί τελικά Ρωσοτουρκικός πόλεμος, όπως γράφει ο Σπηλιάδης και επιβεβαιώνουν ο Φωτάκος και ο Φιλήμων. Οι αρχηγοί σκέφτηκαν ότι αντί να περιμένουν την έκρηξη Ρωσοτουρκικού πολέμου από άλλες αιτίες και έπειτα να κηρύξουν την επανάσταση στην Ελλάδα, όπως σκέφτονταν πολλοί τότε, θα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν Ρωσοτουρκικό πόλεμο με τη κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης και την ανάμειξη σε αυτή του Καποδίστρια”. Ο Καποδίστριας όμως είχε βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι ο κομβικός του ρόλος στην υπηρεσία της ρωσικής διπλωματίας ήταν πολύ πιο σημαντικός, και ότι από το πόστο αυτό μπορούσε να προσφέρει περισσότερα στην Ελληνική Επανάσταση. Ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, στο έργο του “Η Ελληνική Επανάστασις” κάνει λόγο για την εγκάρδια αντιμετώπιση του Ξάνθου από τον Καποδίστρια, ενόσω ο πρώτος βρισκόταν στην Πετρούπολη. Πιο συγκεκριμένα, ο Καποδίστριας, αφού αρνήθηκε ευγενικά να αναλάβει τα ινία της Φιλικής, τον παρακίνησε:
![]() |
| Στις 24 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως ΓενικόςΕπίτροπος της Αρχής της Φιλικής Εταιρίας, υψώνει την επαναστατική σημαία στο Ιάσιο |
Δυο χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1820 ένα από τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, είχε μυστική συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ιωάννη Φιλήμονα, στο έργο του “Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας”, ο Φιλικός ήταν επιφορτισμένος να προτείνει στον Έλληνα διπλωμάτη “ή να αναδεχθεί την Αρχηγίαν της Εταιρείας και του μέλλοντος Πολέμου ή να δώσει σχέδιον πως πρέπει να διευθυνθώσι και τα δύο”. Η εταιρία βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, καθότι οι εσωτερικές και οι διαπροσωπικές αναταράξεις δεν επέτρεπαν την οργάνωσή της σε μια σταθερή βάση. Δεδομένης της κατάστασης, τα μέλη της εταιρείας είδαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια τον πλέον κατάλληλο ηγέτη, γεγονός που έκανε τον ίδιο να εκφράσει την δυσφορία του και την αρνητική του διάθεση στο συγκεκριμένο εγχείρημα. Ο ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, στο έργο του “Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος” αναφέρει ότι “με την ανάθεση της αρχηγίας στον Καποδίστρια, “Σημαντικόν τότε και άξιον της εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν”, όπως γράφει ο Ξάνθος, οι αρχηγοί επεδίωκαν όχι μόνον να αποκτήσει η εταιρεία ηγεσία ικανή και με υψηλό κύρος, αλλά και να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η εντύπωση για Ρωσική υποστήριξη, και ακόμα να επιτευχτεί η εμπλοκή της Ρωσίας στην επιχείρησή τους και να προκληθεί τελικά Ρωσοτουρκικός πόλεμος, όπως γράφει ο Σπηλιάδης και επιβεβαιώνουν ο Φωτάκος και ο Φιλήμων. Οι αρχηγοί σκέφτηκαν ότι αντί να περιμένουν την έκρηξη Ρωσοτουρκικού πολέμου από άλλες αιτίες και έπειτα να κηρύξουν την επανάσταση στην Ελλάδα, όπως σκέφτονταν πολλοί τότε, θα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν Ρωσοτουρκικό πόλεμο με τη κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης και την ανάμειξη σε αυτή του Καποδίστρια”. Ο Καποδίστριας όμως είχε βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι ο κομβικός του ρόλος στην υπηρεσία της ρωσικής διπλωματίας ήταν πολύ πιο σημαντικός, και ότι από το πόστο αυτό μπορούσε να προσφέρει περισσότερα στην Ελληνική Επανάσταση. Ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, στο έργο του “Η Ελληνική Επανάστασις” κάνει λόγο για την εγκάρδια αντιμετώπιση του Ξάνθου από τον Καποδίστρια, ενόσω ο πρώτος βρισκόταν στην Πετρούπολη. Πιο συγκεκριμένα, ο Καποδίστριας, αφού αρνήθηκε ευγενικά να αναλάβει τα ινία της Φιλικής, τον παρακίνησε:
“Αν οι αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα ας τα χρησιμοποιήσουν και ας τους βοηθήσει ο Θεός”, ενώ όταν ο Ξάνθος τού ανέφερε ότι είχε σκοπό να παραμείνει για ένα μικρό διάστημα στην Πετρούπολη, ο Καποδίστριας τον προέτρεψε:“Καθήσατε όσον καιρό θελήσετε. Μάλιστα επιθυμώ, αν αγαπάτε, να σας βλέπω ενίοτε”. Και συνεχίζει ο Κόκκινος “τουτο εφανέρωσε την ευμένεια και τον πόθο του να παρακολουθήσει την υπόθεση… Και πράγματι ο Ξάνθος επισκεύθει πολλάκις τον Καποδίστριαν κατά τον καιρόν όπου έμεινεν εις την Πετρούπολην”.
Γεγονός πάντως είναι ότι ο Καποδίστριας, ειδικά στις αρχές, είχε κρατήσει επιφυλακτική ως αρνητική στάση απέναντι στις κινήσεις που γίνονταν από τους Φιλικούς. Από την άλλη, η ειλικρινής του άρνηση να ηγηθεί της εταιρίας εξαιτίας της λεπτής του θέσης στο διεθνές πολιτικό στερέωμα και προς χάριν της προσφοράς του σε διπλωματικό επίπεδο, διαφαίνεται και από την συμμετοχή των δυο αδερφών του, του Βιάρου και του Αυγουστίνου, στην Φιλική Εταιρία, το 1819. Οι δυο αδερφοί του Καποδίστρια έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην οργάνωση του προεπαναστατικού κινήματος. Ο Ιωάννης όμως, είχε να λογοδοτήσει απέναντι σε όλο το ευρωπαϊκό απαράτ της πολιτικής. Μια λάθος κίνηση, μια συναισθηματική εκδήλωση και όλο το παιχνίδι της διπλωματίας θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου και κατ’ επέκταση εναντίον και του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Εν ολίγοις, ο Καποδίστριας αποτέλεσε τον "τοίχο προστασίας" της Φιλικής Εταιρίας, αλλά και τον προθάλαμο διαμόρφωσης του φιλελληνικού κλίματος που θα αναδείκνυε το ελληνικό ζήτημα και θα στήριζε και θα επάνδρωνε την εταιρία.
![]() |
| Η Φιλική Εταιρία |
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Το 1823 έφυγε από την Πετρούπολη και εγκαταστάθηκε στην Ελβετία, ερχόμενος σε επαφή με προσωπικότητες της ευρωπαϊκής πολιτικής και θίγοντας ζητήματα σχετικά με την ηρωική προσπάθεια ενός έθνους απέναντι σε μια βάρβαρη αυτοκρατορία. Πολλές φορές ο Καποδίστριας, όντας βαθιά πατριώτης, αναφερόταν επίσημα στο αναφαίρετο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ενός έθνους. Η πολιτική ιδιοφυία και ο ριζοσπαστισμός του λειτουργούσαν σε αγαστή σύμπνοια, δίνοντάς του την ικανότητα να κατανοεί τις κοινωνιολογικές εξελίξεις σε ευρύτερη κλίμακα. Στην Γενεύη ήρθε σε επαφή με άτομα της πολιτικής και της διανόησης - μεταξύ άλλων και με τον Στράτφορντ Κάνινγκ - προωθώντας φιλελληνικά προτάγματα.
Την ίδια περίοδο, ο Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Τζόρτζ Κάνινγκ, ξάδερφος του Στράτφορντ, άνθρωπος φιλόδοξος, έξυπνος αλλά και φιλελεύθερος, αναλαμβάνοντας το υπουργείο το 1822, ανακοίνωσε την αποχώρηση της Αγγλίας από την Ιερή Συμμαχία. Ο ίδιος, στις 25 Μαρτίου 1823, θέσπισε την ελευθερία κινήσεων των ελληνικών πλοίων στο Αιγαίο και στις τούρκικες ακτές. Η κίνηση αυτή ήταν σημειολογικού χαρακτήρα, αναγνώριζε δηλαδή το ελληνικό κράτος πριν αυτό αποκτήσει υπόσταση, κατά την διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου. Αυτό φυσικά τόνωσε το ηθικό των χειμαζόμενων Ελλήνων και έδωσε πολιτική διάσταση στον ένοπλο αγώνα. Μάλιστα, στις 23 Μαρτίου του 1826, υπογράφτηκε πρωτόκολλο μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας που έθετε πλέον ανοιχτά την επίσημη αναγνώριση του ελληνικού κράτους, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ζητήματα τα σχετικά με την Ελλάδα, ο Καποδίστριας επεδίωκε να εξασφαλίζει την στήριξη τρίτων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην δεσμεύει, ει δυνατόν, την μελλοντική ανεξαρτησία της χώρας με ξένα συμφέροντα. Φυσικά, κόντρα σε αυτή την πρακτική πήγαιναν οι πολιτικάντηδες που λυμαίνονταν τον ελλαδικό χώρο εκείνη την περίοδο, οι οποίοι δεν δίστασαν να υπηρετήσουν τις ξένες δυνάμεις για να ικανοποιήσουν προσωπικές τους βλέψεις…
Στην επαναστατημένη Ελλάδα, ο εμφύλιος του 1823 - 25 είχε αφήσει βαθιά τα σημάδια του και οι συνέπειές του είχαν καθορίσει το πολιτικό σκηνικό. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική. Οι έριδες ενισχύονταν. Οι κοτζαμπάσηδες βιαζόντουσαν να γίνουν οι νέοι κυρίαρχοι. Οι πολιτικάντηδες και οι καραβοκύρηδες, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ιωάννης Κωλέττης και ο Γεώργιος Κουντουριώτης, φρόντισαν να αλυσοδέσουν το ελληνικό κράτος στα δεσμά του χρέους, ξεπουλώντας το στα ξένα συμφέροντα πριν αυτό πάρει υπόσταση. Στην ουσία, καπηλεύτηκαν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα για να εξασφαλίσουν την εύνοια των μεγάλων δυνάμεων και να εξυπηρετήσουν τα δικά τους μικροσυμφέροντα. Οι υπογραφές μπήκαν, τα πρώτα ξένα δάνεια ήρθανε για να μοιραστούν σε υμετέρους και η εθνική κυριαρχία παραδόθηκε πριν προλάβει να υπάρξει! Στον… χορό φρόντισαν βέβαια να βάλουν και τους οπλαρχηγούς, προκαλώντας φιλονικίες και σπέρνοντας τη διάσπαση. Την ίδια ώρα, ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του αλώνιζαν στην Πελοπόννησο, ο Κιουταχής ρήμαζε την Δυτική Ελλάδα και το Μεσολόγγι έπεφτε, αποκλεισμένο και απομονωμένο. Στην περίπτωση του Μεσολογγίου είναι χαρακτηριστικό ότι, παρ’ότι η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε την εισροή δανείου από το εξωτερικό για την διάσωση της πόλης, το δάνειο που θα έσωζε το Μεσολόγγι πήγε - μαζί με τα προηγούμενα – στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων… Όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην “Ιστορία του ελληνικού έθνους”: “Η ελληνική κυβέρνηση, λαβούσα εις τας χείρας αυτής κατά το προλαβόν δωδεκάμηνον εκατομμύρια περίπου ταλλήρων, δεν ηδυνήθη να οικονομήση εξ αυτών τας εκατό εκείνας χιλιάδας από των οποίων εξηρτήθη η τύχη της Ελλάδος”. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι και το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 1826, όταν τα τρόφιμα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει να γίνονται είδος υπό εξαφάνιση, φτάνοντας αντιπροσωπεία των πολιορκημένων Μεσολογγιτών στο Ναύπλιο, το πρώτο πράγμα που ρωτήθηκαν από τους πολιτικάντηδες ήταν: “Με ποιόν είσαστε εκεί κάτω; Με τον Κωλέττη ή με τον Μαυροκορδάτο;”
Το 1827, βιώνοντας αυτή την καταστροφική εξέλιξη, ο Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης, που είχαν συνεργαστεί με τον Καποδίστρια στην πολιορκία της Λευκάδας το 1807, παίρνουν την πρωτοβουλία και έρχονται σε επαφή μαζί του. Ο Έλληνας πολιτικός, που εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Γενεύη, επιλέχθηκε με βάση τα κύρια χαρακτηριστικά του: Ανιδιοτέλεια, φιλοπατρία, κύρος και ικανότητες. Μετά από δυο Εθνοσυνελεύσεις (Επίδαυρος ‘21, Άστρος ’23), με το ΣΤ’ ψήφισμα της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα, ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται κυβερνήτης της Ελλάδος:
"Η εθνική τρίτη των Ελλήνων συνέλευσις
Θεωρούσα ότι η υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την Πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα Έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική, απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος Οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας.
Θεωρούσα, ότι απαιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας κατά πράξιν και θεωρίαν Πολιτικός Έλλην, δια να κυβερνήσει κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας.
Ψηφίζει
Α’. Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται παρά της Συνελεύσεως ταύτης εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους, Κυβερνήτης της Ελλάδος και εμπιστεύεται στη Νομοτελεστική αυτής δύναμιν.
Β’. Ως τοιούτος θέλει κυβερνήσει την Ελληνικήν Πολιτείαν κατά τους καθεστώτας Νόμους.
Γ’. Η διάρκεια της επιτραπείσης παρά του Έθνους εις αυτόν εξουσίας προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον.
Δ’. Να ειδοποιηθή δι’ εγγράφου, ενυπογράφου από όλους τους Πληρεξουσίους του Έθνους, προσκαλούμενος να έλθη εις την Πατρίδα διά ν’ αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως.
Ε’. Διορίζεται Τριμελής Επιτροπή, γνωριζομένη υπό το όνομα "η Αντικυβερνητική Επιτροπή”, διά να κυβερνήση την Ελλάδα εν απουσία του, και θέλει παύσει άμα φθάσει ο Κυβερνήτης εις την Πατρίδα.
ΣΤ’. Το παρόν ψήφισμα να καταχωρηθή εις τον Κώδικα των ψηφισμάτων και κοινοποιηθή διά του τύπου.
Εν Τροιζήνι την 3 Απριλίου 1827
Ο πρόεδρος γεώργιος σισίνης
(Έπονται αι υπογραφαί των λοιπών Πληρεξουσίων τον αριθμόν 115)
Ο γραμματεύς της συνελεύσεως
Ν. Σπηλιάδης"
Απέναντι σε αυτή την απόφαση, ο Μαυροκορδάτος, ο Μαυρομιχάλης και ο Κουντουριώτης, που είχαν διατελέσει πρόεδροι του εκτελεστικού το προηγούμενο διάστημα, πανικοβλημένοι, έδειξαν μεγάλη δυσφορία. Δεμένοι με τα ξένα συμφέροντα τα οποία υπηρετούσαν πιστά, τρόμαζαν στην ιδέα της εκλογής του συγκεκριμένου ανθρώπου, ο οποίος ήταν σίγουρο ότι θα τους στερούσε τα ιδιαίτερα προνόμια και τις προσωπικές βλέψεις. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να αποχωρήσουν, μαζί με τους υποστηρικτές τους, από την συνέλευση όταν προτάθηκε το όνομα του Καποδίστρια για την θέση του κυβερνήτη. Ο Σπυρίδων Τρικούπης στο έργο του “Ιστορία της ελληνικής επανάστασης”, αναφέρει επ’ αυτού ότι “η εκλογή του Καποδίστρια στο αξίωμα του επταετούς κυβερνήτη δυσαρέστησε πολλούς από τους πολιτικούς, αλλά κανείς δεν τόλμησε να εκφράσει αντίθετη γνώμη, διότι και η ανάγκη και η επιθυμία του έθνους ήταν υπέρ της εκλογής”.
![]() |
| Θεόδωρος Κολοκοτρώνης |
Ιδιαίτερα περιγραφική είναι η εξιστόρηση των γεγονότων από τον Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του:
“Ημείς είχαμε γνώμην να προβάλωμε τον Καποδίστριαν (1827). Όλοι εδοκιμάσθηκαν σταις Κυβέρνησαις, και όλο εις το χειρότερο επηγαίναμεν το έθνος από ταις διχόνοιες μας. Τότε εξεφώνησα και είπα: "Ημείς τα άρματα ερίξαμεν την φιλοτιμίαν μας, και έβαλαν τον Τσούρτς Άγγλον, και οι ανδρείοι θαλασσινοί μας τον Κόχραν, τώρα, και οι πολιτικοί πρέπει να ρήξετε και εσείς την φιλοτιμίαν σας, να εκλέξωμεν έναν Πρόεδρον να μας κυβερνήση, να ιδούμεν οι Άγγλοι όπου υποσχέθηκαν δια την ανεξαρτησίαν μας.
Μια των ημερών έβλεπαν ότι ήθελαν να προσκαλέσουν τον Καποδίστριαν εις το έθνος, και εκίνησανωπλισμένοι να έρθουν αν ημπορέσουν και μας φοβίσουν να πάρουν τα πρακτικά, (ήτον γραμματικός ο Σπηλιάδης) κι εγώ τους εκατάλαβα με τι σκοπόν ήλθαν. Και έκαμαν συνέλευσιν εις του Μαυρομιχάλη το σπίτι, επροσκάλεσαν κι εμένα, και επήγα μόνος μου, και αρχίνησαν να με ομιλήσουν περί της συνελεύσεως, ότι δεν βλέπουν καλά τα πράγματα εις την συνέλευσιν. Εγώ αποκρίθηκα με πείσμα, ότι το έθνος αυτό θέλει, και όποιος δεν του αρέση ας το χαλάση αν ημπορέση, και εβγήκα χωρίς άλλον λόγον έξω, βλέποντας ότι δεν είχαν δύναμιν, και αν είχαν δοκιμάσει ήθελε εντροπιασθούν, εδιαλύθηκαν.
Σε δυο ημέραις εκάμαμεν συνέλευσιν και αποφασίσαμεν την αυγήν, ότι το απόγευμα να υπογράψωμεν τον Καποδίστριαν. Και έτσι επήγα εις το κονάκι μου, έφαγα ψωμί και έπεσα να κοιμηθώ. Βλέπω και ήλθε ο κυρ Γιώργος Κουντουριώτης και Καρακατσάνης Σπετσιώτης και Μακρής Ψαριανός να μου ομιλήσουν δια την υπόθεσιν του Καποδίστρια όπου θέλει υπογράψωμεν απομεσήμερα. Μου λένε ότι: "Το απομεσήμερον θα υπογράψωμεν δια τον Καποδίστριαν”. - “Τι μ’ ερωτάτε εμένα, εγώ δεν είμαι πρόεδρος, ουδέ έθνος, έτσι αποφασίσανε την αυγήν ο Πρόεδρος Σισίνης και το έθνος”. Μου αποκρίθηκαν ότι “είναι καλό να στείλωμεν να πάρωμεν γνώμην από τον Άμιλτων αραμένον εις τον Πόρον, ότι ήτον φερμένος από την Σμύρνην”. “Τι, να στείλωμεν κανένα τυχοδιώκτην να κάνη άλλα και άλλα να μας λέγη, και να χαλάση την υπόθεσιν του έθνους. Ποιον ευρίσκετε έυλογον να στείλωμεν, αν εμπιστεύεσθε εις εμένα να πάγω εγώ ο ίδιος”. “Σ’ εμπιστευόμεθα τρεις φορές, με είπαν, σ’ εμπιστευόμεθα”. Ο Κουντουριώτης ήτον με μιαν γνώμην, ότι είχα ειπή του Άμιλτων, ότι δεν θα εκλέξωμεν τον Καποδίστριαν, και ενόμιζε ότι θα εύρω αντίστασιν από τον Άμιλτων. Και τότενες του είπα: “Σύρτε εις το καλό”.
Και εσηκώθηκα και έκραξα τον Μεταξάν, και επήρα και δέκα νομάτους το μεσημέρι, και δεν ήξευρε άλλος κανένας που υπάγω, μόνον τον Νικηταράν έκραξα και του είπα να έχη την έγνοιαν, να μη γίνει κανένα σκάνδαλον, εως όπου να έλθω. Η συνέλευσις της ήρχετο θαύμα, μην ηξεύροντας που υπάγω. Και επήγα εις το ποτάμι του Πόρου, και οι βάρκες του Άμιλτων έκαναν νερό, και εμπήκαμεν εις μιαν βάρκα, και επήγαμεν επάνω στην φρεγάδα. Μας εδέχθηκε ο Άμιλτων και εκάτσαμεν εις ομιλίαν. Του λέγω: “Πως σου φαίνεται τώρα που ενώθηκε η συνέλευσις και κοντεύει να τελειώση;” - “Χαίρομαι την ένωσιν σας, εκάματε πολλά καλά”. Του είπα: “Καπιτάν Άμιλτων, ήλθαμεν να πάρωμεν την συμβουλήν σας, ως μας συμβούλευες πάντοτε δια την ελευθερίαν μας, σε γνωρίζομεν ως έναν ευεργέτην από όλους τους άλλους καλύτερον”. Μας είπε: “Πέστε την γνώμην σας, και αν δύναμαι κι εγώ να σας αποκριθώ εις την γνώμην σας”. - “Στοχάζομαι, καπιτάν Άμιλτων, ότι τους γνωρίζεις τους Έλληνας από εδώ και τόσους χρόνους. Τους εβάλαμεν όλους να μας κυβερνήσουν, και ποτέ δεν μας εκυβέρνησαν καθώς έπρεπε, και βλέποντας ότι δεν έχομεν άνθρωπον πολιτικόν να μας κυβερνήση, ήλθαμε να σας πάρουμε εις γνώμην. Διατί εκείνο όπου ήρχετο της συνελεύσεως από το χέρι της, το διωρθώσαμεν, έβαλε τον Κόχραν αρχιθαλάσσιον, τον Τσούρτς αρχιστράτηγον, τώρα χρειαζόμεθα έναν πολιτικόν. Τάχα δεν μας δίδει η Αγγλία έναν πρόεδρον, ένα βασιλέα;” Μας αποκρίθηκε: “Όχι, ποτέ δεν γίνεται”. - “Δεν μας δίδει η Φράντζα;” - “Ομοίως, μας αποκρίθη”. - “Η Ρουσία;” - “Όχι”. - “Η Προυσία;” - “Όχι”. - “Η Ανάπολι;” - “Όχι”. - “Η Ισπανία;” - “Όχι, δεν γίνεται”. Αφού εμελέτησα όλα τα βασίλεια. - “Σαν δεν μας δίδουν τούταις οι αυλαίς, τι θα γίνωμεν ημείς;” – Μας αποκρίθηκε ότι: “Τηράτε να ευρήτε κανέναν Έλληνα”. - “Ημείς άλλον Έλληνα αξιώτερον δεν έχομεν, μόνον να εκλέξωμεν τον Καποδίστριαν”.
Εγύρισε και μ’ εκύτταξε ακούοντας το όνομα Καποδίστρια, και μου είπε: “Δεν ήσουν εσύ που μου είπες δεν τον δεχόμεθα τον Καποδίστριαν, διατί είναι της Ρουσίας μινίστρος;” - “Ναι, εγώ, του είπα. Άλλος καιρός ήτον τότε, και άλλος τώρα. Διατί την Αγγλίαν που έχομεν υπεράσπισιν, το δεξί χέρι της Ελλάδος είναι η θάλασσα, και εβάλαμεν Άγγλον επι κεφαλής, και το ζερβί Άγγλον, όπου είναι η δύναμις της ξηράς. Και αν μας έδιδε η Αγγλία και έναν πολιτικόν, και εκείνον τον εβάναμεν και δεν ετσακίζαμεν το κεφάλι μας στον έναν και στον άλλον, και δι αυτό, ως μου λες, δεν γίνεται. Πρέπει να καλέσωμεν τον Καποδίστρια”. Μου αποκρίθηκε εκ καρδίας: “Πάρτε τον Καποδίστριαν ή όποιον διάβολον θέλετε, διατί εχαθήκατε”.
Αυτό ήθελα να ακούσω από το στόμα του, το άκουσα, και απέκει ετελείωσε η ομιλία μας, και της ευθύς ανεχώρησα. Εχασομέρησα πολύ εις την φρεγάδα, και το ταμπούρλο της συνελεύσεως αρχίναε να κτυπά. Ακούοντας το ταμπούρλο οι πληρεξούσιοι των τριών νησιών ανεχώρησαν, και ετράβηξαν και επήγαν κοντά εις την Παναγίαν δια να πάνε εις τον Άμιλτων. Και ο Άμιλτων τους είδε με το κιάλι, και εμπήκε εις την φελούκα, και ήλθε εις την Παναγίαν. Και επήγαν οι πληρεξούσιοι των νήσων δια να τον ερωτήσουν και ο Άμιλτων τους ηρώτησε: “Πως εφύγατε από την συνέλευσιν;” - “Ήλθαμεν να σε πάρωμεν δια μιαν γνώμην”. Και αυτός του αποκρίθηκε: “Εγώ την γνώμην την έδωσα του Κολοκοτρώνη και κάμετε ό,τι σας ειπή”, και ανεχώρησε κατά την φρεγάδαν.
Μισή ώρα ήτον μακριά η Παναγία από την συνέλευσιν, οι Υδραίοι γυρίζουν. Έστειλαν και μ’ έκραξαν, και τους διηγήθηκα ό,τι είπα. Την αυγήν εσυναχθήκαμεν και υπογράψαμεν δια τον Καποδίστριαν.“
ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ
Πριν αποδεχθεί την θέση για την οποία εκλέχθηκε από την Εθνοσυνέλευση, ο Καποδίστριας μετέβη στην Πετρούπολη για να υποβάλει την παραίτησή του από τα πολιτικά καθήκοντα στην αυλή του τσάρου. Εκεί συνέταξε και μια πολυσέλιδη αναφορά για τα πολιτικά του πεπραγμένα στην υπηρεσία της τσαρικής αυλής όλα αυτά τα χρόνια, με τίτλο "Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας”. Αν και ο Έλληνας διπλωμάτης είχε αποτραβηχτεί από την αυλή του τσάρου, η σχέση τους δεν έγινε ποτέ εχθρική. Έτσι, η υποδοχή του από τον Νικόλαο Α’, διάδοχο του Αλέξανδρου Α’, έγινε σε κλίμα εγκαρδιότητας. Και όταν η αυτοκράτειρα Μαρία Θεοδώρεβνα, μητέρα του Τσάρου Νικολάου, τον πίεζε να μην αποδεχθεί την εκλογή του ως Κυβερνήτη της Ελλάδος λέγοντάς του ότι στην Ελλάδα θα διακινδυνεύσει την ζωή του, εκείνος απάντησε: “Εάν δεν δεχθώ την εκλογή μου και η Ελλάς γονατίσει, τί θα πουν για μένα; Να ένας άνθρωπος, που θα μπορούσε να τη σώσει και προτίμησε μια λαμπρή θέση στη Ρωσία από τη σωτηρία της πατρίδας του και την άφησε να χαθεί. Αφιέρωσα τη νεότητά μου στην υπηρεσία του αείμνηστου μεγαλόψυχου γιού σας. Έτσι μπορώ σήμερα να προσφέρω στην Ελλάδα τη θυσία των γηρατειών μου!”. Και ενώ ο τσάρος προσέφερε στον Καποδίστρια ετήσια σύνταξη ύψους 60.000 φράγκων για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον πατέρα του και στην ρωσική αυτοκρατορία, η ανιδιοτελής φύση, το πατριωτικό ενδιαφέρον και η πολιτική ευθικρισία οδήγησαν τον αγνό αυτό ιδεαλιστή να αρνηθεί, καθώς η νέα του πολιτική θέση επέβαλε την αποφυγή κάθε εξάρτησης από εξωγενείς, και όχι μόνο, παράγοντες.
Σε μια επιστολή προς τον αδελφό του, ο μελλοντικός πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έγραφε:
“Καθόλου δεν παραγνωρίζω τις δοκιμασίες που πρόκειται να αντιμετωπίσω, και κυρίως την μέγιστη δυσκολία του να ανταποκριθώ, όπως ποθώ, στην εμπιστοσύνη που έδειξαν σε μένα οι αξιοθαύμαστοι για την ανδρεία του Έλληνες, και να δικαιώσω όσους με τίμησαν συνεργαζόμενοι μαζί μου στην μακρόχρονη πολιτική μου πορεία. Όμως, αντλώ θάρρος από την συναίσθηση του καθήκοντος και τις αγνές προθέσεις μου. Έτσι, δεν δίστασα να εγκαταλείψω μια άνετη και ήσυχη ζωή και να βρεθώ αντιμέτωπος με πολλές στερήσεις και σκευωρίες, αντιπροσωπευτικές της ελληνικής πραγματικότητας. Η κάθοδός μου στην Ελλάδα σημαίνει άνοδος στον Γολγοθά. Μετά χαράς αποδέχομαι την ψήφο της τρίτης των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως. Είμαι έτοιμος να προσφέρω και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, αρκεί αύτη να συντελέσει στην πραγμάτωση των δύο μεγάλων σκοπών της ζωής μου: την μόρφωση των ελληνοπαίδων και την απελευθέρωση της Ελλάδος.”
Πριν φύγει από την Ρωσία, πούλησε όλα τα έπιπλά του και συμπληρώνοντας το ποσό με χρήματα από τον προσωπικό του λογαριασμό, έστειλε στην Ελλάδα τεράστια ποσότητα σιταριού. Παράλληλα, κρατώντας την επαφή με τη χώρα, ενημέρωσε ότι θα έκανε μια μικρή περιοδεία στον ευρωπαϊκό χώρο για να βολιδοσκοπήσει το πολιτικό κλίμα, και να αναζητήσει πόρους για την στήριξη της επανάστασης. Όταν ζητήθηκε, εκ μέρους της προσωρινής κυβέρνησης της Ελλάδας, δάνειο από τα Επτάνησα για την κάλυψη των αναγκών της επανάστασης, ο ίδιος προσέφερε 2.000 λίρες στερλίνες. Όπως ανέφερε και σε σχετική επιστολή του: “την μόνη χρηματική μου περιουσία, την οποία κατέθεσα στην εξουσία της”, σε περίπτωση που το δάνειο δεν ολοκληρωνόταν. Παράλληλα, έστειλε επιστολές σε ομογενείς, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Απευθυνόμενος στον έμπορο ομογενή Δημήτρη Ιγγλέση, τον παρακινούσε να προτρέψει την κοινότητα των ομογενών στην Οδησσό να συνδράμουν στην ενίσχυση της διεξαγωγής του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα:
“Οι ανάγκες είναι πάρα πολύ μεγάλες και τα καθημερινά μέσα επιβίωσης της Ελλάδας εκλείπουν όπως και οι συνδρομές των φιλελλήνων. Η Υψηλή Πύλη, γνωρίζοντας την απόφαση των Δυνάμεων για μεσολάβηση, και επειδή έχει ενθαρρυνθεί από την τελευταία αποτυχία των Ελλήνων, θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να συντελέσει πιο γρήγορα στην πανωλεθρία, στην οποία αποβλέπει. Είναι περιττό να σου αποδείξω πόσο επείγει το ζητούμενο δάνειο. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Από τις ευγενείς σου διαθέσεις αντλώ θάρρος να σε παρακαλέσω να προτρέψεις και τους υπόλοιπους φιλοπάτριδες, και γενικά τους φίλους, να σπεύσει ο καθένας να βοηθήσει την πατρίδα όσο μπορεί. Σκοπός της συνδρομής είναι η προμήθεια πολεμοφοδίων και η περίθαλψη του ταλαιπωρημένου γένους, έπειτα από τόσες πολλές συμφορές.”
Με επιστολή του προς τον Ρώσο διπλωμάτη Φίοντορ Πάλεν, ζήτησε το ποσό των 600.000 ρουβλιών που είχε συγκεντρωθεί από έρανο για την Ελλάδα στην Ρωσία, να δοθεί στον ίδιο και να το αξιοποιήσει για την αποκατάσταση των ζημιών από τις λεηλασίες του Ιμπραήμ και του Κιουταχή και την εξαγορά Ελλήνων αιχμαλώτων. Έπειτα έστειλε επιστολή στον Μιχάλη Ζωσιμά, μέλος της οικογένειας Ζωσιμά, που είχαν εξελιχθεί σε μεγαλέμπορους στην Μόσχα:
“Φίλοι ομογενείς, τον επικείμενο κίνδυνο για την πατρίδα τον θεωρώ τον τελευταίο και τον πιο φοβερό. Γι αυτό και η χρηματική συνδρομή υπέρ της επανάστασης καθίσταται κατεπείγουσα. Σε ό,τι αφορά εμένα, προσέφερα ό,τι μπορούσα. Και απευθύνομαι σε όλους τους Έλληνες, που είναι εγκατεστημένοι στην Ευρώπη, ως εκφραστής των δυσκολιών της πατρίδας, και προπάντων σε εσάς, κύριοι, καθώς είστε ευπορότεροι και καλοί πατριώτες. Μέχρι τώρα δεν σας κάλεσα να βοηθήσετε την πατρίδα. Είχαμε τους ξένους και τις φιλανθρωπικές οργανώσεις, που συνέδραμαν στις ανάγκες της δεινοπαθούσας Ελλάδας. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, τα μέσα αυτά εξέλειπαν. Σήμερα η πατρίδα μπορεί να ελπίζει μόνο στα παιδιά της. Αγαπητοί φίλοι, σας ξορκίζω στο όνομα της αγία θρησκείας μας, βοηθήστε τη πατρίδα χωρίς αναβολή, συμβάλλοντας, με όλα τα μέσα σας, στο δάνειο υπέρ αυτής. Στείλτε το ποσό από τις συνεισφορές σας είτε στην Κέρκυρα είτε, μέσω των ανταποκριτών σας, με απόδειξη, κατευθείαν στην ελληνική κυβέρνηση. Εάν είστε χριστιανοί, εάν είστε Έλληνες εάν αγαπάτε το έθνος, στο οποίο ανήκετε, βοηθήστε γρήγορα και με γενναιότητα. Μην αναλώνεστε σε συζητήσεις για όσα έδωσε κάποιος ή για όσα έπρεπε κάποιος άλλος να συνεισφέρει. Ο καθένας από εσάς, βάζοντας το χέρι στην καρδιά, ας εμπνευστεί από την συνείδηση του και ας προσφέρει το κατά δύναμιν. Όταν κάποιος πεινά, αδέρφια μου, δεν μπορεί να περιμένει. Γνωρίζετε ότι η αιτία των συμφορών υπήρξε η έλλειψη των μέσων για συντήρηση. Εξαιτίας αυτής το Μεσολόγγι έπεσε και η Ακρόπολη παραδόθηκε. Η πείνα κατέβαλε εκείνους τους οποίους χιλιάδες Τούρκοι δεν μπόρεσαν να καταβάλουν. Σε αυτό αποβλέπει κυρίως ο εχθρός και κατευθύνει όλες τις προσπάθειες του, σπεύδοντας να καταφέρει το τελικό χτύπημα, στον λίγο χρόνο που απομένει για την λήξη του πολέμου. Μην υπομένετε να χαθεί η Ελλάδα την παραμονή της σωτηρίας της. Μην πείτε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης ήδη ανέλαβαν να σώσουν τους Έλληνες. Πολλοί από εσάς αδυνατούν ακόμη να εκτιμήσουν σωστά τον τίτλο του Έλληνα, που αποτελεί την πραγματική βάση της ίδιας του της ευπορίας. Ωστόσο, αν αφανιστεί το έθνος, ο τίτλος αυτός θα εξαφανιστεί και μάταια τότε θα θρηνήσουν την απώλεια της πατρίδας. Μπερδεμένοι ανάμεσα στους ετερογενείς και πάντα ξένοι, ούτε στην αναπόληση της πατρίδας θα βρίσκουν παρηγοριά ούτε θα αφήσουν στους απογόνους ίχνος του εθνικού χαρακτήρα. Μόνο η πατρίδα που ευτυχεί μπορεί στα ξένα να προστατεύει την τιμή και τα δικαιώματα των παιδιών της.”
Στις 6 Ιουλίου του 1827, υπογράφτηκε η Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που προέβλεπε την κυβερνητική αυτοδιάθεση του ελληνικού κράτους, φόρου υποτελούς στον σουλτάνο και υπό την επιτήρησή του. Η συνθήκη, μη βρίσκοντας την αποδοχή του σουλτάνου, θα οδηγούσε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Πίσω από την ανοιχτή επέμβαση των δυνάμεων για την στήριξη των επαναστατημένων Ελλήνων, κρύβονταν βέβαια γεωπολιτικά συμφέροντα. Πρωτοστατούσης της Αγγλίας, οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν την γηραιά Οθωμανική Αυτοκρατορία να παραπαίει, γι’ αυτό έσπευσαν να παρέμβουν, η κάθε μια για το δικό της γεωστρατηγικό συμφέρον. Η άφιξη του Καποδίστρια στην Αγγλία τον Αύγουστο συνέπεσε με τον θάνατο του Τζορτζ Κάνινγκ και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από το κόμμα των συντηρητικών του λόρδου Γκόντριχ. Το ταξίδι του εκεί εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων, σκοπούς διεμβολισμού της πολιτικής κατάστασης, σε συνάρτηση με τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις. Τώρα, με τον θάνατο του Κάνινγκ, η στάση της Αγγλίας απέναντι στην Ελλάδα θα άλλαζε σε σημαντικό βαθμό. Σε αντίθεση με τον Κάνινγκ, ο νέος πρωθυπουργός είχε καλές σχέσεις με το στέμμα, πράγμα που έδινε στον Άγγλο βασιλιά την ελευθερία να εκφράσει ανοιχτά τα αισθήματά του για την δημιουργία ελληνικού κράτους και για τον ηγέτη του. Σε ένα γράμμα του προς τον Ρώσο πρέσβη στο Λονδίνο, πρίγκιπα Λίβεν, αφήνει να ξεδιπλωθεί όλη η απέχθειά του προς τον Καποδίστρια:
“Μαθαίνω ότι έχετε εδώ τον Καποδίστρια. Γνωρίζετε την γνώμη μου γι’ αυτόν. Δεν άλλαξε. Δεν αγαπώ τους επαναστάτες, τους αποτροπιάζομαι. Τα αισθήματα μου γι’ αυτόν είναι ακλόνητα.”
Ένα περιστατικό που δείχνει την νέα στάση ψυχρού αμοραλισμού και ακραίου συντηρητισμού της βασιλικής κυβερνητικής πολιτικής της Αγγλίας απέναντι στον Καποδίστρια και στην Ελλάδα, αφηγείται ο Σπυρίδων Τρικούπης στην “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, ύστερα από εξιστόρηση του Καποδίστρια στον ίδιο:
“Αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, με τον οποίο τον δέχθηκε ο Γεώργιος Δ’. Όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Αγγλία ζήτησε να επισκεφθεί τον βασιλιά και μετά από πολλές μέρες αφού έφτασε, έπειτα από βασιλική εντολή, στο Ουίνδσορ, όπου διέμενε ο βασιλιάς, οδηγήθηκε στην πινακοθήκη του παλατιού. Μετά από αρκετή ώρα αναμονής άνοιξε μια άλλη πόρτα και μπήκε ένας άνδρας ψηλού αναστήματος, ντυμένος αμελώς και με πρόχειρα ρούχα, έκλεισε την πόρτα και άρχισε να παρατηρεί τους πίνακες, προχωρώντας αργά προς το μέρος όπου στεκόταν ο Καποδίστριας. Εκείνος, από το πρόσωπο και το ύψος, κατάλαβε ότι ήταν ο βασιλιάς, τον οποίο είχε δει παλιότερα συνοδεύοντας τον τσάρο Αλέξανδρο στην Αγγλία και απορώντας με την υποδοχή αυτή ανέμενε όρθιος, άφωνος και ακίνητος. Προχωρώντας ο βασιλιάς έφτασε εκεί που στεκόταν ο Καποδίστριας και γεμάτος δήθεν έκπληξη του είπε στα γαλλικά: "Αχ! Κι εσείς εδώ κύριε κόμη! Χαίρομαι που σας βλέπω.” Αυτά είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση αποχαιρέτησε απομακρύνθηκε ήσυχα, παρατηρώντας τις υπόλοιπες εικόνες και βγήκε από την πόρτα που είχε μπει. Αφού έγινε αυτό, κάποιος άνοιξε την πόρτα, από την οποία είχε μπει ο Καποδίστριας, και τον οδήγησε στην άμαξα δείχνοντας ότι η συνάντηση είχε ολοκληρωθεί.“
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ
Τον Αύγουστο του 1827, ο Καποδίστριας έστειλε επιστολή προς τον Γεώργιο Σισίνη, πρόεδρο της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, εκφράζοντας την γνώμη του σε σχέση με τις πολιτικές ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί η Ελλάδα σε εκείνη την φάση. Μεταξύ άλλων, διαμήνυσε ότι η Ελλάδα "πρέπει να βγει από την ολέθρια απομόνωση της και να θέσει θέμα επικοινωνίας με τις πρώτες δυνάμεις της Ευρώπης, και να προμηθευτεί με τα μέσα, με τα οποία θα υπάρχει και θα αντέχει, σταθερά αμυνόμενη, έως ότου η διοίκηση της να μπορεί να βάλει σε τάξη τα εσωτερικά πράγματα του γένους και να το φέρει σε τέτοια κατάσταση ώστε να αρκούν οι Έλληνες να σώζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους”. Αυτά, είπε, μπορούν να γίνουν “όταν αφοσιωμένοι πλήρως στις αναλλοίωτες αρχές της άμωμης πίστης μας, εργάζεστε ειλικρινά, ανένδοτα και ομόφρονα για το έργο της κοινής σωτηρίας. Οι μεν οπλισμένοι και μαχόμενοι γι αυτή, όχι μόνο ανδρεία, αλλά και ολόψυχα, αλλά και με πειθαρχία και υπακοή στις διαταγές των αρχηγών. Οι δε υπηρετώντας το πολίτευμα της πατρίδας, για την ίδια την πατρίδα και όχι για κάποιον ή εναντίον κάποιου προσώπου, ούτε αποβλέποντας σε αυτό ή εκείνο το ιδιαίτερο συμφέρον”. Μεταβαίνοντας στο Παρίσι έτυχε θερμής υποδοχής από τον πολιτικό κόσμο και τον βασιλιά Κάρολο. Από εκεί, βλέποντας ότι ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος προωθούσε δυνάμεις για την ενίσχυση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ήρθε σε επικοινωνία με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και ταυτόχρονα έστειλε υπόμνημα προς την Ελβετική Ομοσπονδία για την εκεί συγκρότηση στρατού, με τον οποίο τα συμμαχικά πλοία θα εμπόδιζαν την επικοινωνία του Αιγύπτιου πασά με την Αίγυπτο, δίνοντας την δυνατότητα στους Έλληνες να εξολοθρεύσουν τις τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις. Οι εκκλήσεις του παρόλα αυτά δεν εισακούστηκαν.
![]() |
| Η ναυμαχία του Ναυαρίνου |
Οι κινήσεις όμως του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο πυροδοτούσαν τις σχέσεις του με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, και δημιουργούσαν θερμά επεισόδια με τα παραπλέοντα συμμαχικά πλοία. Η πειρατεία στο Αιγαίο, ο “κίνδυνος” της ρωσικής επέμβασης και το σθένος των πολιορκημένων οδήγησαν τις ηγέτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) στην υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου και στην σύνταξη επιστολής προς την Πύλη για την συναίνεση στην από κοινού διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος. Η συνθήκη περιελάμβανε τα εξής άρθρα:
1. Ανακωχή και μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων.
2. Η Ελλάδα θα γίνει κράτος (τυπικά) αυτόνομο με την επικυριαρχία της Πύλης.
3. Αυτόνομη κυβέρνηση, χωρίς επικύρωση από τον σουλτάνο, και αυτόνομη διοίκηση.
4. Αποζημιώσεις για τις ιδιοκτησίες των Τούρκων που θα εγκατέλειπαν την Ελλάδα.
5. Οι συνοριακές γραμμές θα καθοριστούν στην πορεία.
6. (Τυπικά) καμία από τις μεγάλες δυνάμεις δεν θα είχε ιδιαίτερα πολιτικά ή εμπορικά οφέλη στην Ελλάδα.
Στην συμφωνία προστέθηκε κι ένα μυστικό άρθρο που ανέφερε πως, στην περίπτωση που η Τουρκία καταπατούσε την συνθήκη αυτή, οι μεγάλες δυνάμεις θα έκοβαν κάθε διπλωματική σχέση με την αυτοκρατορία και θα αναγνώριζαν, διπλωματικά, την Ελλάδα…
Ο Ρεϊζ εφέντης έστειλε ένα απαξιωτικό μήνυμα, απαντώντας πως “εάν γνώριζα το περιεχόμενο της επιστολής, δεν θα το δεχόμουν. Μαθαίνοντας τι περιείχε, δεν τη διάβασα. Η οριστική, αμετάκλητη, αιώνια απάντηση της Πύλης είναι ότι δεν δέχεται καμία πρόταση των Ελλήνων, ότι επιμένει στην γνώμη που εξέφρασε άλλοτε και θα επιμένει, μέχρι την συντέλεια του αιώνα”. Παρά την δήθεν παρότρυνση προς την Υψηλή Πύλη για αποδοχή της Συνθήκης του Λονδίνου, και από τον πρέσβη της Αυστρίας, αυτή η απάντηση ικανοποιούσε το ηθικό του Μέτερνιχ, του οποίου οι ιδέες συνέπλεαν με την απολυταρχική θεώρηση του Ισλάμ. Η κόντρα αυτή μεταξύ συμμαχικών δυνάμεων και τουρκοαιγυπτιακής πλευράς οξύνθηκε και οδήγησε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, στις 8 Οκτωβρίου του 1827. Αρχηγός της αγγλικής μοίρας ήταν ο Έντουαρντ Κόδριγκτον, της γαλλικής ο Ερρίκος Ντε Ρινί και της ρωσικής ο Λογγίνος Πετρόβιτς Χέιδεν. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό για τους Τουρκοαιγύπτιους. Η νίκη των συμμάχων αγκαλιάστηκε με επευφημίες από μεγάλο μέρος του διεθνούς τύπου, όμως ο αντίκτυπος δεν ήταν ίδιος και μέσα στα ανακτοβούλια. Ο βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος Δ’ και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος δυσαρεστήθηκαν με την τελική έκβαση, με τον τελευταίο να χαρακτηρίζει την συμμαχική νίκη ως δολοφονία. Ο Μέτερνιχ σημείωσε πως το γεγονός στάθηκε “φοβερή καταστροφή! Θα σταθεί η απαρχή της βασιλείας του χάους”. Ο Καρολίδης χαρακτήρισε τη νίκη αυτή, ως “νίκη των λαών εναντίον των ανακτοβουλίων και των κυβερνήσεων”. Μετά την ναυμαχία, ο τσάρος της Ρωσίας Νικόλαος παρασημοφόρησε τον Χέιδεν και το επιτελείο του, ενώ έστειλε και προσωπική επιστολή στον Κόδριγκτον εξαίροντας τον ρόλο του στην “αξιομνημόνευτο ναυμαχία του Ναυαρίνου”. Στην Γαλλία, μετά από πολεμικές ήττες, ο βασιλιάς Κάρολος Ι’ τόνισε πως “η μάχη παρέσχεν ευκαιρίαν εις τα γαλλικά όπλα να περιβληθώσιν νέαν δόξαν”.
Στην Αγγλία, το αποτέλεσμα της ναυμαχίας δυσαρέστησε την συντριπτική πλειοψηφία των κυβερνητικών στελεχών. Όταν, στις αρχές της επόμενης χρονιάς, οι φιλομοναρχικοί Τόρις ανέβηκαν στην εξουσία, ο πρωθυπουργός Ουέλινγκτον είπε πως “η ναυμαχία του Ναυαρίνου ήταν για εμάς κάτι απροσδόκητο και λυπηρό”. Τα πληρώματα που πήραν μέρος στη ναυμαχία δεν έλαβαν το καθιερωμένο έκτακτο δώρο και ο Κόδριγκτον, τον Ιούνιο του 1828, καθαιρέθηκε από την θέση του αρχηγού του αγγλικού στόλου στην Μεσόγειο. Ο Άγγλος ναύαρχος, σε φιλική επιστολή προς τον Χέιδεν, του ανέφερε πως “η Ρωσία είναι ένα μεγάλο σκιάχτρο για πλήθος Γάλλους και Άγγλους. Φοβούνται μην τυχόν φάει ζωντανή ολόκληρη την Τουρκία με τα κόκαλα και τις σάρκες της. Εκεί, αν δεν κάνω λάθος, βρίσκεται η λύση του αινίγματος. Κι αυτό είναι που εξηγεί γιατί η αγγλική κυβέρνηση συγκατατέθηκε να καταληφθεί ο Μοριάς από σημαντικές γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις”. Χαρακτηριστικό είναι πως όταν ο Κόδριγκτον παρασημοφορήθηκε, έπειτα από την πίεση της κοινής γνώμης, ο βασιλιάς είπε: “Του στέλνω ταινία, αν και του αξίζει σκοινί”.
Η ναυμαχία και η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων αποτέλεσε καταλυτικό γεγονός για την μετέπειτα τροπή του αγώνα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά την πραγματικότητα περιέγραψε ο Γάλλος συγγραφέας Έντγκαρ Κινέ:
“Την απαρχή της εθνικής ζωής τους οι Έλληνες, που συχνά τους κατηγορούν πως την απόκτησαν από ευεργεσία, την χρωστάνε στον ίδιο τον εαυτό τους. Στάθηκε έργο των χεριών τους. Η Ευρώπη επενέβη έπειτα από εφτά, μονάχα, χρόνια, όταν πια χόρτασε το θέαμα της σφαγής.”
Η ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ
Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει τέσσερα βασικά μέτωπα. Τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων που συνεχιζόταν σε Πελοπόννησο, Στερεά και στα νησιά, μαζί με τον κίνδυνο του προσκυνήματος στις περιοχές αυτές. Την ανόρθωση του πολιτισμικού επιπέδου της κοινωνίας, για την διαμόρφωση κράτους συμπαγούς, εθνικά ανεξάρτητου και πολιτειακά δημοκρατικού. Τις διπλωματικές κινήσεις απέναντι στα ξένα συμφέροντα, που καθόριζαν το γεωπολιτικό σκηνικό, προσπαθώντας παράλληλα να απαγκιστρώσει σταδιακά την Ελλάδα από αυτά. Τα ντόπια συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπούσαν διάφοροι παράγοντες, όπως οι κοτζαμπάσηδες, οι καραβοκύρηδες και οι διάφοροι πολιτικάντηδες. Οι πλευρές αυτές είχαν φυσικά φροντίσει, πριν την άφιξη του Καποδίστρια, να συνδεθούν σε βαθμό εξάρτησης, με τα ξένα συμφέροντα και τον χρηματοπιστωτικό παράγοντα, τα οποία θα τους εξασφάλιζαν θέσεις εξουσίας μαζί με τα σχετικά προνόμια.
Στο σημείο Β’ του ψηφίσματος για την εκλογή του Καποδίστρια, στην Εθνοσυνέλευση, αναφερόταν ότι ως κυβερνήτης “θα κυβερνήσει την ελληνική πολιτεία σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους”. Οι νόμοι αυτοί είχαν φτιαχτεί από προσωπικότητες αμφιβόλων προθέσεων, όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Μαυρομιχάλης, ο Κουντουριώτης και ο Ζαΐμης, μαζί με τους προεστούς, οι οποίοι είχαν φροντίσει να θεσμοθετήσουν την πολιτική τους παρουσία. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, έρχονταν σε αναντιστοιχία με την κοινωνική κατάσταση, άρα το σύνταγμα αυτό παρουσίαζε ελλείψεις. Τελικά, το Σύνταγμα που θεσπίστηκε στην Γ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ διατεινόταν τον δημοκρατικό του χαρακτήρα – με επιρροές, υποτίθεται, από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης - άφηνε παράλληλα τον - αδιαμόρφωτο ακόμη – λαϊκό παράγοντα εκτεθειμένο σε δημαγωγικές παρεκτροπές με όρους διαπλοκής, ασυδοσίας και πελατειακών σχέσεων. Έβαζε έτσι τις προϋποθέσεις για την δημιουργία ενός ολιγαρχικού πλαισίου διακυβέρνησης, σε πολιτειακό επίπεδο.
Ο συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης στο βιβλίο του “Ιστορία Κωμικοτραγική του Νεοελληνικού Κράτους” σημειώνει:
“Ο Καποδίστριας εκλήθη να κυβερνήσει σύμφωνα με το σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Όμως, δεν άργησε να καταλάβει πως αυτό το σύνταγμα κάθε άλλο παρά την δημοκρατία στόχευε σε μια εποχή που ουσιαστική δημοκρατία δεν υπήρχε πουθενά στον κόσμο, πόσο μάλλον σε έναν τόπο ρημαγμένο απ’ τον πόλεμο και σπαρασσόμενο από συνεχείς εμφυλίους πολέμους. Δημοκρατία έλεγαν οι Έλληνες, και εννοούσαν την ευχέρεια του καθένα να κάνει ό,τι θέλει και λογαριασμό να μην δίνει σε κανέναν. Είναι προφανές πως δημοκρατία αυτή την εποχή σε μια χώρα που μόλις είχε αναδυθεί από την ανυπαρξία κι όπου κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε, δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει”.
Την πραγματική βάση εκείνου του συντάγματος σκιαγραφεί ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης:
“Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα της Τροιζίνας ελάχιστη σχέση είχε με το Σύνταγμα των Γάλλων επαναστατών, υπό την έννοια ότι εδραζόταν στην πολιτική κυριαρχία των πόλεων/κοινών (προνοούσε μόνον για μια σκιώδη κεντρική κυβέρνηση, η οποία επιπλέον τελούσε υπό την πλήρη εξουσία της βουλής), και όχι στο πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος του Συντάγματος του 1793. Σημασία έχει, εντούτοις, να συγκρατήσουμε εξαρχής ότι ο Καποδίστριας δεν δηλώνει αντίθετος επί της αρχής στα συντάγματα αυτά, αλλά στην εφαρμογή τους, σε μια στιγμή που η επανάσταση διαρκεί ακόμη, που ούτε κράτος υπάρχει ούτε και η ελληνική υπόθεση της ανεξαρτησίας έχει κριθεί και οι Δυνάμεις της εποχής εχθρεύονται απολύτως τις ιδέες τους.”
Ο κυβερνήτης της Ελλάδας όμως οραματιζόταν για την πατρίδα του την θέσπιση μιας βάσης που θα επέτρεπε την διαμόρφωση ενός στοιχείου δημοκρατικού, οδηγώντας έτσι στην εξέλιξη ενός συστήματος παραπλήσιου με εκείνο που είχε δημιουργήσει στην Ελβετία. Το χαρακτηριστικό του συστήματος της Ελβετίας - έργο του Καποδίστρια - ήταν η διαίρεση της επικράτειας σε καντόνια, πράγμα που προωθούσε την αποκέντρωση, άρα και την ισορροπία. Τοπικές αυτοδιοικήσεις, με τα δικά τους χαρακτηριστικά η κάθε μία, είχαν δικό τους σύνταγμα και νόμους, ενώ όλες μαζί υπάκουαν στους ομοσπονδιακούς νόμους, οι οποίοι ήταν λιτοί και περιεκτικοί, χωρίς γραφειοκρατικές παρεκτροπές. Φυσικά, το καντονιακό σύστημα της Ελβετίας έθετε τις βάσεις για την λειτουργία του θεσμού της άμεσης δημοκρατίας, όπως σε ορισμένα καντόνια της Ελβετίας, όπου τους νόμους δεν τους ψηφίζουν οι βουλευτές, αλλά ολόκληρος ο λαός σε συνελεύσεις που γίνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Στην περίπτωση βέβαια της Ελλάδας, κάτι τέτοιο θα πήγαινε κόντρα στα ολιγαρχικά συμφέροντα που νέμονταν την εξουσία, γι’ αυτό ο Καποδίστριας θεωρούταν επικίνδυνος ως ριζοσπαστικό στοιχείο. Ο Γερμανός ποιητής Γιόχαν Πέτερ Έκερμαν αναφέρει στο βιβλίο του “Συνομιλίες με τον Γκαίτε” τα λόγια σημαντικού λογοτέχνη, για τον Καποδίστρια το έτος που ο κυβερνήτης αφίχθη στην Ελλάδα:
“Σήμερα που ένας λαμπρός κυβερνήτης αγωνίζεται να εξαλείψει από έξω την πειρατεία και από το εσωτερικό της χώρας την αισχροκέρδεια, τις αρπαγές και τις καταχρήσεις, αρχίσαμε να προσβλέπουμε πάλι με θάρρος και πίστη στα πρόσωπα και στα πράγματα, περιμένοντας την τελική επικράτηση και την επιβολή των καλυτέρων ατόμων, σύμφωνα με τις ευχές και τις ελπίδες μας, για το Ελληνικό κράτος.”
Ο Καποδίστριας συνέχισε την διπλωματική του περιοδεία στην Ευρώπη, και μετά το Παρίσι μετέβη στην Αγκόνα της Ιταλίας, περιμένοντας το αγγλικό πλοίο που θα τον μετέφερε στην Ελλάδα. Καθώς το πλοίο καθυστέρησε, αξιοποίησε τον χρόνο του για να συναντηθεί με τον Άγγλο ναύαρχο Κόδριγκτον στην Μάλτα για να διευθετήσει κάποια θέματα σχετικά με την πειρατεία, που είχε φουντώσει στην Μεσόγειο. Στις 2 Ιανουαρίου, ο Ιωάννης Καποδίστριας επιβιβάστηκε στο αγγλικό δίκροτο “Warspite” και μετά από έξι μέρες, στις 8 του μήνα, το μεσημέρι, έφτασε στο Ναύπλιο.
![]() |
| Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, πραγματοποιήθηκαν στη Λωζάννη της Ελβετίας, τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια |
Ο Καποδίστριας συνέχισε την διπλωματική του περιοδεία στην Ευρώπη, και μετά το Παρίσι μετέβη στην Αγκόνα της Ιταλίας, περιμένοντας το αγγλικό πλοίο που θα τον μετέφερε στην Ελλάδα. Καθώς το πλοίο καθυστέρησε, αξιοποίησε τον χρόνο του για να συναντηθεί με τον Άγγλο ναύαρχο Κόδριγκτον στην Μάλτα για να διευθετήσει κάποια θέματα σχετικά με την πειρατεία, που είχε φουντώσει στην Μεσόγειο. Στις 2 Ιανουαρίου, ο Ιωάννης Καποδίστριας επιβιβάστηκε στο αγγλικό δίκροτο “Warspite” και μετά από έξι μέρες, στις 8 του μήνα, το μεσημέρι, έφτασε στο Ναύπλιο.
H “Γενική Εφημερίς της Ελλάδος” έγραφε για την άφιξη του κυβερνήτη:
“Ο κόμης Καποδίστριας ανεχώρησεν εκ Μάλτας την 2 Ιανουαρίου επί του αυτού δικρότου, προαποπλεύσαντος του «Έκτορος», Ψαρριανού, πολεμικού βρικίου του καπετάν Γιαννίτση, απεσταλμένου εις Μάλταν παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως προς υποδοχήν της Εξοχότητος του. Μία δε Ρωσσική φρεγάτα και έτερον εν πλοίον εκ του Γαλλικού στόλου μέλλουν να έλθουν όσον τάχιστα εις Αίγιναν, δια να συγκροτηθή τακτικόν Ναυτικόν, υπό την προστασίαν του οποίου θέλει συσταθή η νέα Κυβέρνησις. Την 4 νοτιοδυτικός άνεμος έφερε το Ουάρσπιτ πέραν του πορθμού των Κυθήρων. Αλλά την 5, πνεύσαντος βορέου, ηναγκάσθη το πλοίον να παρεκτραπή της οδού και να καταφύγη εις τον Αργολικόν Κόλπον. Την δε 6 περί την 11 ώραν εσπέρας ενελιμενίσθη κατέμπροσθεν του Ναυπλίου, και πάραυτα ειδοποιήθησαν εις την πόλιν περί της αφίξεως του Εξοχωτάτου κόμητος Καποδίστρια… Οι δημογέροντες της πόλεως και οι διάφοροι οπλαρχηγοί των φρουρίων ήλθον εις το πλοίον προς υπάντησιν της Εξοχότητος του, μετά του οποίου και συνδιελέχθησαν ιδιαιτέρως έκαστος, δείξαντες προς αυτόν την υπόκλισιν των και προσφέραντες τας κλεις της πόλεως και των φρουρίων. Η δε Εξοχότης του τους απεκρίθη ότι δεν θεωρείται ακόμη ειμή ως απλούς περιηγητής, και ότι τους ευχαριστεί μεν δια τας ευνοϊκάς ταύτας διαθέσεις των, δεν δύναται δε να πράξη τι προτού να λάβη εις Αίγιναν την συνέντευξιν μετά της Βουλής των Αντιπροσώπων του Έθνους και να αναδεχθή κατά τάξιν το υπούργημα, το οποίον ενεπιστεύθησαν εις αυτόν οι Έλληνες.”
Στο Ναύπλιο μαινόταν εμφύλιος ανάμεσα στους οπλαρχηγούς Γρίβα και Στράτο, με πολλά θύματα και σοβαρές καταστροφές. Ο Νικόλαος Κασομούλης, στα “Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων” αναφέρει ενδεικτικά ότι κατά την διάρκεια της πολυήμερης μάχης “μία σφαίρα από το Παλαμήδι με κατεύθυνση προς τον θόλο του καταστήματος, έπεσε κάθετα, τρυπά τον θόλο, πέφτει εντός του Βουλευτικού, και τα χαλάσματα χτυπούν δύο βουλευτές. Τον Γεροθανάση θανατηφόρα - πέθανε μετά από τρεις ημέρες - και του Γιαννάκην Χατζηπέτρου τζακίζεται το χέρι, δημιουργόντας του μόνιμο πρόβλημα”. Ο Καποδίστριας αναφέρει την πρώτη εικόνα μετά την απόβαση του: “Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα από πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς”. Το απόγευμα επιβιβάστηκε πάλι στο πλοίο και τρεις μέρες μετά έφτασε στην Αίγινα. Η Γ’ Εθνοσυνέλευση είχε ορίσει το Ναύπλιο ως πρωτεύουσα της Ελλάδας, απόφαση η οποία δεν υλοποιήθηκε στην πράξη, καθώς ο εμφύλιος συνεχιζόταν. Έτσι, έδρα της Κυβερνήσεως, δηλαδή πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, παρέμενε η Αίγινα.
H “Γενική Εφημερίς της Ελλάδος” για την άφιξη του Καποδίστρια εκεί:
“Την 9 προς το εσπέρας κοπάσαντος του ανέμου απέπλευσε το Ουάρσπιτ, και την 11 περί λύχνων αφάς άραξεν εις τον λιμένα της Αιγίνη. Την επαύριον, 12 Ιανουαρίου, έγεινεν από τα εις τον λιμένα προσωρμισμένα Ελληνικά πλοία, από την Γαλλικήν φρεγάταν Ήραν παρευρισκομένην εις τον λιμένα της Αιγίνης και από το Ουάρσπιτ πυροβολικαί αντιχαιρετήσεις. Περί την 5 ώραν της ημέρας ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης αποβάς εκ του δικρότου έλαβεν όλας τας συνήθεις και ανηκούσας τιμάς. απέβη δε εις την ξηράν επί ολκάδος του δικρότου, φερούσης την Ελληνικήν Σημαίαν συνωδευμένος από τους Καπετάνους Πάρκερ και Λεβλάγκ. Τόπος της δημοτελούς υποδοχής της Εξοχότητος του είχε προσδιορισθή το προαύλιον της ενταύθα μητροπόλεως της Παναγίας, ήτις κατά το παρόν χρησιμεύει ως Βουλευτήριον. Εκεί, λοιπόν, είχε σχηματισθεί ώς τις περίβολος κατεστρωμένος από δάφνας, εντός του οποίου συνελθόντες όλος ο χορός των Αντιπροσώπων συνεδρίαζον. Ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης απέβη εις το παράλιον της πόλεως εν μέσω των ευφημιών αναριθμήτου πλήθους. Ο δρόμος ο φέρων από τον αιγιαλόν εις το Βουλευτήριον, όλαι αι παραστοιχούσαι οικίαι, και τα πέριξ του Βουλευτηρίου ήσαν πλήθοντα ενθουσιώντος λαού, διά μέσω του οποίου η Εξοχότης του ήλθεν εις το Βουλευτήριον προπεμπόμενος παρά του Ιερατείου και παντός του διοικητικού συστήματος, και ακολουθούμενος υπό πλήθους φερόντων κλάδους δάφνης και ελαίας, και ανευφημούντων συχνάκις τον Κυβερνήτην. Η Βουλή υπεδέχθη τον Κυβερνήτην με τα πλέον ζωηρά δείγματα της κοινής τιμής και αγάπης. Ευθύς εψάλη κατανυκτική δοξολογία προς τον Ύψιστον, ότι επακούσας τας ευχάς του τεταπεινωμένου λαού του ηυδόκησε να πέμψη εις αυτόν αρχηγόν άξιον να τον αναστήση και να τον φέρη εις την ευτυχίαν. Μετά δε την δοξολογίαν αναστάς ο Κ. Θεόφιλος Καΐρης εξεφώνησεν λόγον. Αφού ετελείωσεν η τελετή, ο Κυβερνήτης επροπέμφθη με την αυτήν παράταξιν έως την προσδιωρισμένην δι’ αυτόν οικίαν.”
Για την αποβίβαση του Καποδίστρια στις 11 Ιανουαρίου 1828 στην Αίγινα, ο αυτόπτης μάρτυρας Νικόλαος Κασομούλης σημειώνει πως “όταν κατέβηκε να μπει στη βάρκα οι φωνές και οι ζητωκραυγές, ενωμένα με τη βροντή από τα πυροβόλα, έκαναν το λαό να ανατριχιάζει από τη χαρά του. Οι άνθρωποι έσπρωχναν ο ένας τον άλλο ποιος θα βγει πιο μπροστά να τον δει πρώτος. Μόλις πάτησε στο έδαφος όλες οι καρδιές ταράχτηκαν από συγκίνηση. Είδα πολλούς να κλαίνε από χαρά, ευχαριστώντας το Θεό για τον άντρα που μας έστειλε”, ενώ ο Καποδίστριας αργότερα θα εξομολογηθεί πως είχε συγκλονιστεί από την θέα των σκελετωμένων παιδιών και το κλάμα των γυναικών, που είχαν χάσει στον πόλεμο τους άνδρες τους.
Ο νομικός Γεώργιος Τερτσέτης στην “Απολογία του Καποδίστρια” παραθέτει τα αποκαλυπτικά λόγια του κυβερνήτη προς τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, όταν πήγε να τον επισκεφθεί, ύστερα από αυτές τις έντονες στιγμές:
“Εις το 1828 εις την Αίγινα επήγε ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης να επισκεφθεί τον Κυβερνήτη. Εφόρεσε τη λαμπρότερη ενδυμασία του, βουτημένη εις το μάλαμα. Εγελούσαν τα φορέματά του, εγελούσε η καρδιά του, διατί ο νέος είχε κλίση προς τον Κυβερνήτη. Τον εδέχθη αυτός ως πατέρας τον υιό, αλλά του είπε : ’‘Δεν σ’ επαινώ δια τα φορέματά σου και πριν πατήσω τα χώματα τα Ελληνικά, και αφού ήλθα και είδα το επιβεβαιώθηκα, είναι καιροί που πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί… "Ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!” εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήτον το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από τον γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους απεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το στήθος τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις καθώς πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους διατί διορθώνει την ζημιά του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχει συνείδηση, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας. Δύναμαι να κάμω εγώ όλα αυτά και να δικαιολογήσω την παντοχή του κόσμου; Δύναμαι να πράξω μηδέν χωρίς την σταθεράν ομοφροσύνην των πρώτων του τόπου; Δεν είναι κίνδυνος ότι τα αγαθοεργήματα τους εις τον αγώνα έχυσαν πλησμονήν ορέξεων, απαιτήσεων εις τα στήθη των; Πλησμονήν αφιλίωτη με το γενικόν καλό, με το κύρος της εξουσίας, και με την ευτυχίαν του λαού; Αν ευρεθώμεν εις αντιλογίαν, αντίμαχοι εις το φρόνημα, ποιος θα μονομερίσει; Εγώ ή εκείνοι; …
Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειαν μας. Τ’ Ανάπλι, την Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραϊμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας την Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιοστρατιώτη και από πειρατείαν, τα δυο μεγάλα καράβια μας είναι αραγμένα ξερμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειωτέρους των Ελλήνων. Που το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω επουλήσατε και την δεκατιά του φετινού έτους, πριν σπαρθεί ακόμα το γέννημα. Ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δυο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς. Ανάγκη να την ελευθερώσομε με την ίδια απόφαση ως θα την ελευθερώσομε και από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου. Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι. Προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου και των δακρύων παρά άλλο. Ο θεός μου τόδωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάσει. Είμαι από τη φυλή σας. Εις ένα μνήμα μαζύ με σας θα θαφτώ. Ό,τι έχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εις την Ευρώπη κεφάλαια γνώσεων αποκτημένα από τόσα θεάματα και ακροάματα συμβάντων του κόσμου εις τας ημέρας μου, τα αφιερώνω εις την κοινήν πατρίδα. Ας υψώσω το μεγαλείον της, ώστε όποιος θελήσει δυσκόλως να το ταπεινώσει. Στερεωμένο εις ρίζες αρετής είναι ακαταμάχητο. Εκάματε έργα πολεμικά αθάνατα. Βασιλείς και έθνη σας επαίνεσαν, αλλά πίστευσε μου, δια πολυετίαν ακόμη η ζώνη του Προδρόμου πρέπει να είναι στολισμός μας, όχι χρυσοϋφαντη χλαμύδα. Ως οι παλαιοί ήρωες ή βασιλείς της Ελλάδος πρέπει να φυτεύομε δέντρα, να ανοίγομε δρόμους, να δέσομε την κοινωνία μας με νόμους σύμφωνους προς το έθνος μας. Ούτε οπίσω, ούτε εμπρός του καιρού μας. Μη μου ζητείτε ζωγραφιές πολύτιμες εις οικοδόμημα ακόμη ατέλειωτο. Μέτρο μας και άστρο εις δεινά ελληνικά θεραπεία ελληνική. Με το στόμα μας, όχι ως οι χειρούργοι της Ευρώπης κόφτοντες, αλλά με το στόμα μας να βυζαίνουμε το έμπυο της πατρίδας μας δια να την γιάνομε.
Αν δεν μας αποστραφεί ο μεγαλοδύναμος και αξιωθούμε την ευλογία του, τα ακροθαλάσσια μας θα στολισθούν από εύμορφες πολιτείες, η σημαία η ελληνική θα δοξάζεται εις τα πελάγη, ήμερα δένδρα θ’ ανθίσουν εις τα άγρια βουνά και οι ερημιές θα πληθύνουν από κατοίκους - και όχι εις τις όψιμες ημέρες των απογόνων όσα σου προλέγω, αλλά εσύ θα τα ιδείς που είσαι νέος, θα ζήσεις και θα γεράσεις. Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνηση τύχει να συγκρουσθεί με συμφέροντα ξένων δυνάμεων - επειδή κάθε τόπος έχει χωριστά το μυστήριο της ζωής του, το νόμο της ευτυχίας του - αν πλανεθεί ο ελληνισμός και σηκώσει σκοτάδι μεταξύ μας ώστε εσείς να μην διαβάζετε εις την καρδιάν μου, θολωθούν και εμένα οι οφθαλμοί, ποιος ηξεύρει; … που θα πάμε, τι θα γενούμε; Ετινάξατε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διπλωματίας έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες και εσείς δεν τις εννοείτε.
Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύση εις την καρδιά μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.
Είθε οι νέοι της Ελλάδος να είναι βοηθοί μου… Μη φορείς πολυτελή φορέματα αταίριαστα με την ένδεια των πολλών και κεφάλαιο θαμένο, αχρησίμευτο. Ή αφορμή η απόκτησίς του κακών ορέξεων και πράξεων…"
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν αποθαρρυντική και σε σχέση με τις οθωμανικές κτήσεις. Η ανατολική Ελλάδα είχε πέσει μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, η δυτική επίσης, η Αθήνα βρισκόταν υπό την κατοχή τουρκικών στρατευμάτων και στην Πελοπόννησο, παρά την ήττα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, οι Οθωμανοί είχαν την πρωτοκαθεδρία. Στις Κυκλάδες, οι προεστοί των νησιών είχαν την απόλυτη εξουσία, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της κάθε φατρίας, σε συνθήκες απόλυτης ασυδοσίας και κοινωνικού πατερναλισμού. Το πολεμικό ναυτικό είχε μόνο δέκα πλοία στην διάθεσή του, και αυτά σε κακή κατάσταση, στον στρατό επικρατούσε απόλυτο χάος, φιλονικίες και καπετανάτα. Τα κρατικά έσοδα δεν έφταναν ούτε για τον εξοπλισμό. Σχολεία και δικαστήρια δεν υπήρχαν.
Ο Ανδρέας Ιδρωμένος γράφει για την τραγική κατάσταση που κυριαρχούσε σε όλα τα επίπεδα:
![]() |
| Η Αίγινα την εποχή της επανάστασης |
Ο Ανδρέας Ιδρωμένος γράφει για την τραγική κατάσταση που κυριαρχούσε σε όλα τα επίπεδα:
“Την κατάσταση που επικρατούσε στην χώρα απεικονίζουν οι εκθέσεις των υπουργών. Αυτοί παρουσιάστηκαν στον κυβερνήτη, όταν αυτός ανέλαβε την διακυβέρνηση στην Αίγινα, και του είπαν τα ακόλουθα:
Ο υπουργός Εσωτερικών Α. Λόντος είπε τα εξής: "Το ελληνικό κράτος αποτελείται μόνο από την Αίγινα, τον Πόρο, την Ελευσίνα, την Σαλαμίνα και τα Μέγαρα. Και από κάποια νησιά του Αιγαίου. Εντούτοις, μόνο σε λίγα από αυτά η κυβέρνηση έχει σχέσεις με τις εκεί νομαρχίες, διότι στα περισσότερα κυριαρχούν οι πειρατές.”
Ο δε υπουργός Οικονομικών Π. Ν. Λοιδωρίκης είπε τα εξής: “Όχι μόνο χρήματα δεν υπάρχουν στο ταμείο, αλλά ούτε και ταμείο υπάρχει, διότι δεν υπήρξε ποτέ. Η οικονομική διαχείριση δεν αποτελείται παρά από απλά κονδύλια. Και, παρακαλώ, να μην απορήσετε υψηλότατε αν στα βιβλία μου δεν είναι όλα καταγεγραμμένα. Πολλά πράγματα έγιναν με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Άλλωστε, και οι περιστάσεις εμπόδισαν να τακτοποιήσει κανείς τα κατάστιχα. Πρέπει να προσθέσω ότι αναγκαστήκαμε να προπωλήσουμε τον φόρο της δεκάτης στο Αιγαίο πριν από τον χρόνο. Τα μέλη του νομοθετικού σώματος ήθελαν τους μισθούς τους και εμείς δεν είχαμε άλλον τρόπο πληρωμής. Ολοκληρώνοντας, και το λέω με ντροπή, δεν ήμουν σε θέση να πληρώσω τους χτίστες και τους ξυλουργούς τα έξοδα των επισκευών, που έγιναν στο οίκημα, που κατέχει η υψηλότητα σας. Και σας παρακαλώ να σπλαχνιστείτε αυτούς τους ανθρώπους που παραπονιούνται για την μη πληρωμή τους.”
Ο υπουργός Στρατιωτικών Α. Βλαχόπουλος είπε τα εξής: “Στρατό και πολεμικό εξοπλισμό το κράτος δεν έχει, διότι το Ναύπλιο και το εκεί οπλοστάσιο βρίσκονται στα χέρια του Γρίβα.”
Ο υπουργός Ναυτικών Γ. Γλαράκης είπε τα εξής: “Η φρεγάτα "Ελλάς” και η κορβέτα “Ύδρα” βρίσκονται στον Πόρο, αλλά είναι και οι δυο άοπλες.“
Τέλος, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μ. Σούτσος δεν είπε τίποτα, διότι δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε κάτι άλλο σχετικό.”
Στις 20 Ιανουαρίου, ο Καποδίστριας, παρουσία των βουλευτών και των υπόλοιπων πολιτικών παραγόντων, σημείωσε πως η κυβέρνηση πρέπει να είναι ικανή να οδηγήσει την κοινωνία σε εθνική και πολιτική αναγέννηση. Παράλληλα πρότεινε την διεξαγωγή νέας εθνοσυνέλευσης των Απρίλιο και την εγκαθίδρυση προσωρινής διοίκησης στο μεσοδιάστημα. Τόνισε επίσης ότι κατέληξε σε αυτές τις προτάσεις ύστερα από συζητήσεις με τα περισσότερα μέλη της Εθνοσυνέλευσης. Καταλήγοντας, διαπίστωσε ότι “το σύνταγμα προαπαιτεί να ορκιστώ ότι θα διαφυλάξω, με όλη μου την δύναμη, την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Όμως, που μπορώ εγώ να ορκιστώ για κάτι που η Ελλάδα δεν έχει αποκτήσει; (σ. σύμφωνα με την Συνθήκη του Λονδίνου, η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως αυτόνομη χώρα, υπό την επικυριαρχία και φόρου υποτελής στον σουλτάνο). Αδυνατώ να το πράξω, καθώς υποχρεούμαι να τηρήσω μόνο ότι πραγματικά παρέλαβα”. Έτσι, μετά από ψήφισμα, ο Καποδίστριας κατάργησε το Σύνταγμα της Τροιζήνας και ίδρυσε το “Πανελλήνιο”, ένα συμβούλιο 27 μελών το οποίο λειτουργούσε περισσότερο διερευνητικά σε θέματα που εισήγαγε ο κυβερνήτης και επιπρόσθετα επικύρωνε τις διάφορες αποφάσεις. Στην ουσία, όλη η νομοθετική εξουσία ξεκινούσε και τελείωνε στον Καποδίστρια. Το “Πανελλήνιο” χωριζόταν σε τρεις τομείς: το τμήμα της Οικονομίας, στο οποίο πρόβουλος ήταν ο Γεώργιος Κουντουριώτης, το τμήμα των Εσωτερικών με πρόβουλο τον Ανδρέα Ζαΐμη και το τμήμα των Πολεμικών, με πρόβουλο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Προφανώς, ο Καποδίστριας επέλεξε σκόπιμα τα συγκεκριμένα πρόσωπα για την στελέχωση αυτών των κομβικών θέσεων, αφενός αισθανόμενος την ασφάλεια ότι όλη η κρατική δικαιοδοσία βρισκόταν στα χέρια του, αφετέρου γνωρίζοντας το σκηνικό που θα δημιουργούσαν οι ντόπιοι αυτοί παράγοντες εάν έμεναν έξω από θέσεις τυπικής πρωτοκαθεδρίας. Έτσι, τους δέσμευε να ακολουθήσουν τον δρόμο της κυβερνητικής γραμμής. Αυτό βέβαια, κακοφάνηκε σε όλα τα πρόσωπα που λειτουργούσαν με ολιγαρχικές διαθέσεις και τελικά, όπως φάνηκε, δεν τους εμπόδισε να διαβάλουν και να παρακάμψουν την νομιμότητα, λειτουργώντας παρασκηνιακά.
Ο Καποδίστριας φρόντισε επίσης να καλέσει στο συμβούλιο γνώριμούς του από τα Επτάνησα για να αναλάβουν καθήκοντα, όπως τον λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη και τους δικηγόρους Βιάρο Καποδίστρια και Ιωάννη Γιαννέτα, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν ύστερα από παροτρύνσεις δικές του και του Άγγλου αρμοστή στο νησί, σερ Φρέντερικ Άνταμ. Το επόμενο διάστημα, κατά την διάρκεια της πολιτικής θητείας του μεγαλύτερου αδερφού του Καποδίστρια, αρκετοί αξιωματούχοι ήρθαν σε κόντρα μαζί του και, σε κάποια σημεία, η δυσφορία τους δεν ήταν αβάσιμη. Ο Βιάρος πολλές φορές λειτουργούσε αυθαίρετα, ενάντια ακόμη και σε εντολές του αδερφού του. Αυτό βέβαια, δεν καταδεικνύει απαραίτητα αλαζονική διάθεση, απλώς ο Βιάρος δεν είχε την ίδια ελαστικότητα στο θέμα της αντοχής με τον μικρότερο αδερφό του. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν και άλλες περιφερειακές επιτροπές, αλλά και υπουργικά συμβούλια που επικυρώθηκαν στην Δ’ Εθνοσυνέλευση: το “Γενικό Φροντιστήριο” με τον αδερφό του “αναλαβών την επιστασίαν και εξακρίβωσιν των αφορώντων τα στρατεύματα”, τον Ανδρέα Μεταξά “επί των Στρατιωτικών”, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο “επί των Ναυτικών” και τον Κωνσταντίνο Ζωγράφο “για το εν τω Πόρω Φροντιστήριον των τροφών και Πολεμοφοδίων”. Επίσης, δημιουργήθηκε η “επί της Οικονομίας Επιτροπή” με υπεύθυνο τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο. Ο Καποδίστριας ανέλαβε την ευθύνη της διοίκησης, το σχέδιο της οποίας θα παρουσίαζε με αναλυτική αναφορά στην επικείμενη εθνοσυνέλευση. Δικαιολόγησε την κίνησή του λέγοντας πως “οδηγούμενος από την πείρα μου, συγκεντρώνω στο Πανελλήνιον όλους τους μορφωμένους και γι’ αυτό ικανούς να συνεισφέρουν στις ανάγκες της κυβέρνησης. Έτσι, αφού ρυθμιστεί, ως προς όλα, η δημόσια διαχείριση να καταστεί πραγματική η ευθύνη των καλουμένων στις διάφορες υπηρεσίες του κράτους”.
Αν ο Καποδίστριας, σε κάποια σημεία, λειτούργησε απολυταρχικά, το έκανε μέσα στα πλαίσια της συναίσθησης της ευθύνης για το τεράστιο έργο που του είχε ανατεθεί, σε συνδυασμό με τον πόνο του για την πατρίδα και το μέλλον της. Αυτή του η κίνηση βέβαια, αποτέλεσε την θρυαλλίδα της ανοιχτής υπονόμευσης του έργου του. Σε αντίθεση όμως με τον Καποδίστρια, πολλοί ήταν εκείνοι που έβλεπαν την πολιτική και επομένως και την Ελλάδα, σαν ένα εργαλείο για την προσωπική τους ανέλιξη, ταυτίζοντας, αλαζονικά, μέσα στο μυαλό τους το έθνος με το προσωπικό τους συμφέρον. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά του Καποδίστρια με εκείνους τους καιροσκόπους της εποχής: Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, καθώς είχε μέσα του το στοιχείο της δημοκρατικής θεώρησης, άσκησε την πολιτική παλεύοντας να θέσει τις βάσεις για την ταυτοποίηση των εννοιών του έθνους και της δημοκρατίας. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης, “ο Καποδίστριας γνώριζε πως ο δημοκράτης γίνεται, δεν γεννιέται”. Και φυσικά, ακλόνητη απόδειξη της αγνότητας των προθέσεών του είναι η εγκατάλειψη μιας εξασφαλισμένης, γεμάτη τιμές και προνόμια, ζωής στην Ρωσία προς χάριν της ανοικοδόμησης της πατρίδας του. Εκείνοι που ουσιαστικά δυσανασχέτησαν με την συγκεντρωτική του πολιτική, ήταν οι κύκλοι επιρροής του αγγλικού και του γαλλικού κόμματος, οι οποίοι, προφασιζόμενοι την λαϊκή ελευθερία, είδαν τα συμφέροντα των ίδιων και των αφεντικών τους να τίθενται εν κινδύνω. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, που διορίστηκε Γενικός Γραμματέας Επικρατείας, άσκησε κριτική στην κίνηση αυτή του Καποδίστρια, παρότι και ο ίδιος αναγνώριζε καίριους παράγοντες, οι οποίοι δεν επέτρεπαν πολιτική ευελιξία και ελαστικότητα. Στην κριτική του, εκτός από τα μεμπτά του Καποδίστρια, διαφαίνονται και δόσεις δικής του αφελούς επιχειρηματολογίας. Τελικά ο Τρικούπης παραιτήθηκε λίγο καιρό μετά για να συνεργαστεί με τον Μαυροκορδάτο, και την θέση του πήρε ο Νικόλαος Σπηλιάδης.
![]() |
| Βιάρος Καποδίστριας |
Αν ο Καποδίστριας, σε κάποια σημεία, λειτούργησε απολυταρχικά, το έκανε μέσα στα πλαίσια της συναίσθησης της ευθύνης για το τεράστιο έργο που του είχε ανατεθεί, σε συνδυασμό με τον πόνο του για την πατρίδα και το μέλλον της. Αυτή του η κίνηση βέβαια, αποτέλεσε την θρυαλλίδα της ανοιχτής υπονόμευσης του έργου του. Σε αντίθεση όμως με τον Καποδίστρια, πολλοί ήταν εκείνοι που έβλεπαν την πολιτική και επομένως και την Ελλάδα, σαν ένα εργαλείο για την προσωπική τους ανέλιξη, ταυτίζοντας, αλαζονικά, μέσα στο μυαλό τους το έθνος με το προσωπικό τους συμφέρον. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά του Καποδίστρια με εκείνους τους καιροσκόπους της εποχής: Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, καθώς είχε μέσα του το στοιχείο της δημοκρατικής θεώρησης, άσκησε την πολιτική παλεύοντας να θέσει τις βάσεις για την ταυτοποίηση των εννοιών του έθνους και της δημοκρατίας. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης, “ο Καποδίστριας γνώριζε πως ο δημοκράτης γίνεται, δεν γεννιέται”. Και φυσικά, ακλόνητη απόδειξη της αγνότητας των προθέσεών του είναι η εγκατάλειψη μιας εξασφαλισμένης, γεμάτη τιμές και προνόμια, ζωής στην Ρωσία προς χάριν της ανοικοδόμησης της πατρίδας του. Εκείνοι που ουσιαστικά δυσανασχέτησαν με την συγκεντρωτική του πολιτική, ήταν οι κύκλοι επιρροής του αγγλικού και του γαλλικού κόμματος, οι οποίοι, προφασιζόμενοι την λαϊκή ελευθερία, είδαν τα συμφέροντα των ίδιων και των αφεντικών τους να τίθενται εν κινδύνω. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, που διορίστηκε Γενικός Γραμματέας Επικρατείας, άσκησε κριτική στην κίνηση αυτή του Καποδίστρια, παρότι και ο ίδιος αναγνώριζε καίριους παράγοντες, οι οποίοι δεν επέτρεπαν πολιτική ευελιξία και ελαστικότητα. Στην κριτική του, εκτός από τα μεμπτά του Καποδίστρια, διαφαίνονται και δόσεις δικής του αφελούς επιχειρηματολογίας. Τελικά ο Τρικούπης παραιτήθηκε λίγο καιρό μετά για να συνεργαστεί με τον Μαυροκορδάτο, και την θέση του πήρε ο Νικόλαος Σπηλιάδης.
Καταδεικνύοντας τους προβληματισμούς, τις διαφωνίες και τις απόψεις του, ο Τρικούπης γράφει:
“Η συνέλευση στην Τροιζήνα, εκείνη που ψήφισε τον Καποδίστρια κυβερνήτη, ψήφισε και σύνταγμα για την κυβέρνηση της Ελλάδος. Η βάση αυτού ήταν η πλήρης και τελεία ανεξαρτησία του έθνους. Απαγορευόταν δε η δι’ οποιονδήποτε λόγο και σε οποιαδήποτε περίσταση κατάργηση της ανεξαρτησίας. Αλλά η συνθήκη (του Λονδίνου) της συμμαχίας ανεδείκνυε την Ελλάδα υποτελή, έτσι ανέτρεπε την βάση της ανεξαρτησίας, και αυτόματα άλλαζε το σύνταγμα. Οι δε Έλληνες, που συνέταξαν αυτό το σύνταγμα, αφού δεν υπήρχε η συμμαχία, έσπευσαν να δεχθούν ευγνωμονούντες και την απόφαση της συνθήκης αυτής. Με αυτό τον τρόπο δέχθηκαν, επίσημα, δύο συστήματα που το ένα ανέτρεπε το άλλο, εκείνο του συντάγματος και εκείνο της συνθήκης. Οι δυο αυτές αρχές της υποτελείας και της ανεξαρτησίας ήταν αδύνατον να συγχωνευθούν, και έπρεπε να προτιμηθεί η πιο συμφέρουσα. Το σύνταγμα της Τροιζήνας παρείχε την ανεξαρτησία, παρά μόνο γραπτώς. Η Ελλάδα, εξαντλημένη εν μέσω μακρών αγώνων και αταξιών, δεν είχε πλέον τρόπους υπεράσπισης της υπόστασης της. Αλλά, αν παρείχε κάποια καλά η συνθήκη, η απόλαυση αυτών ήταν υπό την εγγύηση των τριών μεγάλων αυλών και προαγωγός φαινόταν, στο δια ταύτα, και αυτής της ανεξαρτησίας. Η συνθήκη αύτη δεχθείσα παρά της Ελλάδος εφαρμοζόταν ήδη διά των όπλων και των διαπραγματεύσεων, διότι η Ελλάδα φρουρούταν από την θάλασσα υπό την προστασία των συμμάχων, και η Ναυμαχία του Ναυαρίνου ήταν επακόλουθο.
Οι λόγοι του κυβερνήτη σχετικά με την αλλοίωση των αρχών που τέθηκαν στην Τροιζήνα, ήσαν ακλόνητοι, αλλά ο κυβερνήτης όφειλε να συγκαλέσει εθνική συνέλευση ευθύς εξαρχής για την νομιμοποίηση της κυβερνήσεώς του. Αυτός όμως πήρε τον άλλο δρόμο. Ζήτησε και έλαβε την εξουσία για σύσταση του νέου κυβερνητικού οργανισμού από τα δυο ενυπάρχοντα σώματα, το βουλευτικό και το νομοτελεστικό, που δεν είχαν καμία εξουσία να δώσουν, διότι καμία τέτοια εξουσιοδότηση δεν έδωσε σε αυτές η εθνική συνέλευση. Ο Καποδίστριας φοβήθηκε τα αποτελέσματα της εθνικής συνέλευσης και, ατυχώς, προτίμησε τον τρόπο αυτόν. Αλλά ήταν πρέπον να συστήσει την κυβέρνηση του παρανομώντας; Προφασίσθηκε την επικρατούσα αταξία ως πρόσκομμα των εκλογών· και μήπως όλες οι προηγούμενες εκλογές δεν έγιναν, και όλες οι προηγούμενες εθνοσυνελεύσεις δεν συγκροτήθηκαν εν μέσω εθνικής αταξίας; Αλλά η μετέπειτα στάση του για την σύνταξη του περί εκλογών νόμου και σχετικά με τις εκλογές καθαυτές, αποκάλυψε τα αίτια της αναβολής της εθνικής συνελεύσεως. Ήθελε, πρώτα να εγκαταστήσει την κυβέρνηση του κι έπειτα να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών με αυτή. Αλλά η λαμπρή και εγκάρδια εθνική υποδοχή του, η υπακοή όλων, ως και αυτών των στασιαστών, στις διαταγές του, η πλήρης πίστη των Ελλήνων στην ικανότητά του και τον πατριωτισμό του, και προ πάντων η αναπόδραστη ανάγκη του καλέσματος του έπρεπε να τον πείσουν, ότι επί της συνελεύσεως είχε τα πάντα να κερδίσει και τίποτα να μην φοβηθεί. Παρόλα αυτά, ο κυβερνήτης, καθώς απέδειξε όλη η εν Ελλάδι πολιτική διαγωγή του, ήταν άτολμος πολιτευτής και αμφέβαλλε μόνο αυτός για πράγματα, για τα οποία κανείς άλλος δεν αμφέβαλλε. Αν πολιτευόταν με διαφορετικό τρόπο, δεν θα στηλιτευόταν η κυβέρνηση του από την, επικείμενη αντιπολίτευση ως παράνομη, δεν θα πάθαινε κάποιους κλονισμούς το δύστυχές έθνος υπό την πρόφαση της παρανομίας, και δεν θα έπινε ούτε’ αυτός τόσα φαρμάκια.”
Ο Ανδρέας Ιδρωμένος καταδεικνύει άλλον ένα σημαντικό παράγοντα που απέτρεπε την διενέργεια εκλογών, και οδήγησε τον Καποδίστρια να πάρει την απόφαση που πήρε. Ο παράγοντας αφορούσε και το εσωτερικό της χώρας, αλλά και την πολιτική διπλωματία και παρέμβαση των ξένων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας:
“Ποιος θα μπορούσε δικαιολογημένα να κατηγορήσει τον κυβερνήτη ότι, σε αυτή την κατάσταση εθνικής παραλυσίας που επικρατούσε, αντί να συγκαλέσει αμέσως την εθνοσυνέλευση, προκηρύσσοντας εκλογές στις επαρχίες, που τις κατείχαν σχεδόν ολοκληρωτικά οι Τούρκοι και οι Άραβες, προτίμησε - με τη συγκατάθεση των αντιπροσώπων του έθνους στο βουλευτικό και το εκτελεστικό σώμα – να συστήσει προσωρινή κυβέρνηση, με δική του μάλιστα ευθύνη, απέναντι στην εθνοσυνέλευση που συστάθηκε λίγο αργότερα;
Μόλις πάτησε το ελληνικό έδαφος, ο Καποδίστριας κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να χαθεί καιρός σε λόγους και εκλογές. Ξεκίνησε, λοιπόν, δυναμικά τις ενέργειες τις οποίες επέβαλλε η άσχημη κατάσταση που επικρατούσε. Διαβλέποντας ότι ο θάνατος του Κάνινγκ θα επηρέαζε αρνητικά την αγγλική πολιτική για την Ελλάδα και ότι ο διάδοχος του δούκας Ουέλιγκτον, ο δημιουργός του Ελληνικού Πρωτοκόλλου του 1826, ήταν αντίθετος στην συνθήκη του Ιουλίου, αποσκοπούσε στην άμεση συγκρότηση κυβέρνησης και στην οργάνωση του στρατού. Στόχος ήταν να σταματήσει η εσωτερική ακυβερνησία και να εξαφανιστεί η πειρατεία, και παράλληλα, η μεν Πελοπόννησος να απελευθερωθεί από τους Άραβες του Ιμπραήμ, η δε Στερεά Ελλάδα να ανακτηθεί από τους Τούρκους, κάτι για το οποίο εργάστηκε εντατικά.”
Ύστερα από αυτές τις εξελίξεις, ο κυβερνήτης της Ελλάδος έδωσε στις 26 Ιανουαρίου του 1828, τον εξής όρκο:
“Εν ονόματι της αγιωτάτης και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι να εκπληρώσω, κατά τας οποίας αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρου και της Τροιζήνος έθεσαν βάσεις, τα εμπιστευθέντα μοι χρέη παρά του έθνους. Ορκίζομαι να τα εκπληρώσω μέχρι της συγκαλέσεως της εθνικής συνελεύσεως κατά τους κανόνας διά της καταστάσεως της προσωρινής κυβερνήσεως ορισθέντας, μόνον σκοπόν έχων να προάξω την πρόοδον της εθνικής και πολιτικής ανακαινίσεως της Ελλάδος, ώστε να δυνηθή όσον τάχιστα να απολαύση των σημαντικών ωφελειών τας οποίας η εν Λονδίνω συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 τη επαγγέλλεται. Καθίστημι εμαυτόν υπεύθυνον δι’ όλας τας πράξεις της διοικήσεώς μου και εγγυώμαι να υποβάλω αυτάς εις την κύρωσιν της εθνικής συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει τον Απρίλιον μήνα.”
ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
Μεταβαίνοντας στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας έπεισε τους αντιμαχόμενους οπλαρχηγούς Στράτο και Γρίβα να παραδώσουν την Ακροναυπλία στην κυβέρνηση, και τους έστειλε να επανδρώσουν το στρατόπεδο από ατάκτους, που δημιουργούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης στα Μέγαρα. Αφού έλαβε σοβαρά υπόψιν την γνώμη και τις συμβουλές του Πανελληνίου, προέβη σε στρατιωτική μεταρρύθμιση, συστήνοντας τάγματα αντί για συντάγματα και την συγκροτώντας τον πρώτο λόχο ευελπίδων, με σαράντα τρεις νέους που προορίζονταν για αξιωματικοί του τακτικού στρατού. Στη συνέχεια, ζητώντας την γνωμοδότηση του Πανελληνίου ξεκίνησε την διάρθρωση της εσωτερικής διοίκησης, χώρισε την επικράτεια σε δεκατρείς θεματαρχίες, που περιλάμβαναν τις περιφέρειες. Επτά στην Πελοπόννησο και έξι στα νησιά του Αιγαίου. Όπως αναφέρει ο Τρικούπης,“δόθηκαν σε αυτές αρχαίες ονομασίες”.
Τα τμήματα της Πελοποννήσου χωρίστηκαν ως εξής:
“Αργολίδα” - Άργος, Ναύπλίο, Κάτω-Ναχαγέ (Ερμιονίδα) και Κόρινθος
“Αχαΐα” - Καλάβρύτα, Βοστίτσα και επαρχία Π. Πατρών
“Ηλεία” - Γαστούνη και Πύργος
“Άνω Μεσσηνία” - Αρκαδία, Νεόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη
“Κάτω Μεσσηνία” - επ. Νησίου (Μεσσήνη), Εμπλάκια, Καλαμάτα, Ανδρούσα, Λεοντάρι, Μικρομάνη και δυτική Σπάρτη
“Λακωνία” - Μονεμβασία, Μιστράς, Πραστός και ανατολική Σπάρτη
“Αρκαδία” - Φανάρι, Καρύταινα, Τριπολιτσά και Άγιος Πέτρος
Τα νησιά διαιρέθηκαν σε δυο κατηγορίες, “Σποράδες” και “Κυκλάδες”, κάθε μια από τις οποίες χωρίσθηκε σε τρία τμήματα:
“Βόρειες Σποράδες” - Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος, Αλόννησος και τα Ψαρά
“Ανατολικές Σποράδες” - Σάμος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και Ικαρία
“Δυτικές Σποράδες” - Ύδρα, Σπέτσες, Πόρος, Αίγινα και Σαλαμίνα
“Βόρειες Κυκλάδες” - Σύρος, Σέριφος, Κύθνος, Κέα, Άνδρος, Τήνος και Μύκονος
“Κεντρικές Κυκλάδες” - Νάξος, Πάρος, Ίος, Σύκινος, Φολέγανδρος, Μήλος, Κίμωλος, και Σίφνος
“Νότιες Κυκλάδες” - Σαντορίνη, Ανάφη, Αστυπάλαια, η Κάσος και Κάρπαθος.
Σε κάθε ένα από αυτά τα δεκατρία τμήματα εγκατέστησε επίτροπο, και διέταξε τις διοικητικές αρχές να συστήσουν δημογεροντίες σε κάθε περιοχή, ορίζοντας τα καθήκοντα κάθε μιας Αρχής. Αφιέρωσε δε χρόνο, ώστε να αναλύσει με λεπτομερέστατες οδηγίες τα καθήκοντα του κάθε σώματος σε όλα τα επίπεδα, ένα προς ένα. Έδωσε το δικαίωμα ψήφου σε κάθε πολίτη άνω των 25 ετών, και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε όσους φορολογούνταν και ήταν άνω των 35 ετών. Η διαδικασία της εκλογής των δημογερόντων γινόταν με μυστική ψηφοφορία, ενώ οι δημογέροντες που εκλέγονταν σε κάθε περιοχή μαζεύονταν στην πρωτεύουσα κάθε επαρχίας για να εκλέξουν δυο με τρεις δημογέροντες που ασχολούνταν με θέματα σχετικά με την πρωτεύουσα. Με αυτή την οργάνωση, ο Καποδίστριας, επεδίωκε να κάνει τον λαό ανεξάρτητο και συμμετέχοντα στα κοινά, σπάζοντας τον κοτζαμπασισμό, τις τοπαρχίες, τις πελατειακές αντιλήψεις και τον φατριασμό. Παράλληλα με την εποπτεία αυτών των διαδικασιών, οι επίτροποι επιφορτίστηκαν με τις αρμοδιότητες της απογραφής και έρευνας των εκκλησιών για καταγραφές γεννήσεων και θανάτων, της μελέτης των αναγκών των κατοίκων και την κατάσταση των εκκλησιών και καταμέτρηση των κληρικών. Επίσης, προέβησαν - μαζί με τους δημογέροντες - σε ελέγχους για την παραχώρηση κτημάτων από την προηγούμενη κυβέρνηση, με πελατειακούς όρους, και άλλες ενδεχόμενες παρασπονδίες. Μαζί με τους δημογέροντες φρόντισαν για την επίλυση των διαφορών των κατοίκων, μέχρι την σύσταση δικαστηρίων, και την επαγρύπνηση για την δημόσια ασφάλεια, την υγεία και τις ένοπλες δυνάμεις. Η επικοινωνία και η σύνδεση των περιοχών μεταξύ τους, ενισχύθηκε καθώς μέχρι το επόμενο έτος είχαν συστηθεί έντεκα ταχυδρομικά κέντρα, με αναλυτικό κεντρικό κανονισμό. Τον Μάρτιο του 1828 ξεκίνησε η καταμέτρηση του πληθυσμού, και τα αποτελέσματά της, που καταχωρήθηκαν την επόμενη χρονιά, έδειξαν απογραφή 753.400 κατοίκων στην τότε Ελληνική Πολιτεία. Μέσα στο διάστημα της διακυβέρνησης του Καποδίστρια σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν τα πολεοδομικά σχέδια ανασυγκρότησης εννέα πόλεων. Το Ναύπλιο, το Άργος, η Τρίπολη η Ιτέα, η Κόρινθος, το Λιδωρίκι, η Βοστίτσα , η Πάτρα και η Πύλος ρυμοτομήθηκαν και μαζί προχώρησαν και οι κατασκευές λιμανιών.
Στις 27 Αυγούστου του 1828, ταξιδεύοντας με το πλοίο “Ελένη” προς Καλαμάτα ο κυβερνήτης έγραφε σε επιστολή του προς την επιτροπή της γενικής διοικήσεως: “Η δική μου μέριμνα είναι να παράσχω στους κατοίκους των επαρχιών της Ελλάδας ασφάλεια από δικαστικής άποψης, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Για τον λόγο αυτό θεωρώ πάρα πολύ αναγκαίο να συσταθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα σε κάθε διοικητικό τμήμα ένα δικαστήριο προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του”.
Σύμφωνα με τις προηγούμενες εθνοσυνελεύσεις, η δικαστική εξουσία είχε κηρυχτεί ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες. Κανείς όμως δεν είχε ενδιαφερθεί για την δημιουργία δικαστικής αρχής, πολύ περισσότερο ανεξάρτητης, καθώς αυτή θα στεκόταν εμπόδιο σε διάφορες προσωπικές ορέξεις. Επικρατούσε ο νόμος του ισχυρού, και ισχυρός ήταν αυτός που είχε περιουσία, όπλα και διασυνδέσεις με τον ξένο παράγοντα. Ο Καποδίστριας ζήτησε την γνώμη του Πανελλήνιου σε σχέση με την δικαστική διάρθρωση, τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, τα πρόσωπα που θεωρούνταν κατάλληλα, όπως και την γνωμοδότησή του για σχετικά σχέδια που είχε συλλέξει από εμπειρογνώμονες, ανάμεσα σε αυτούς και του αδερφού του. Έτσι, ρυθμίστηκε η δικαιοδοσία των δημογερόντων και συστάθηκαν ειρηνοδικεία και πρωτοδικεία σε κάθε επαρχία της επικράτειας, με μεικτή εκλογή των στελεχών, από την κυβέρνηση και από την δημογεροντία. Αργότερα, ψηφίστηκε διάταγμα σχετικό με τους συμβολαιογράφους. Το ειρηνοδικείο ανάλαβε τις αρμοδιότητες του πταισματοδικείου και το πρωτοδικείο εκείνες του πλημμελειοδικείου και κακουργιοδικείου. Για πρώτη φορά εισήχθη ο κώδικας της ποινική δικονομίας, που αποτελείτο από 562 άρθρα, τα οποία ρύθμιζαν την δικαστική λειτουργία. Όπως ανέφερε και ο Καποδίστριας στην τέταρτη Εθνοσυνέλευση, εξαιτίας της λειτουργίας των δικαστηρίων “μεγάλος αριθμός υποθέσεων έλαβε τέλος κατ’ ευχαρίστησιν πλήρη των ενδιαφερομένων μερών, και χωρίς να προστρέξωσι τα δικαστήρια εις απαγορευτικά και κωλυτικά μέσα”.
Ο Γιώργος Κοντογιώργης δίνει τα στοιχεία που συνθέτουν την παλιά και τη νέα κατάσταση, το ολιγαρχικό και το δημοκρατικό. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν συναντιόνται πουθενά:
![]() |
| Ιωάννης Καποδίστριας |
Ο Γιώργος Κοντογιώργης δίνει τα στοιχεία που συνθέτουν την παλιά και τη νέα κατάσταση, το ολιγαρχικό και το δημοκρατικό. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν συναντιόνται πουθενά:
“Στις ειδικότερες πρόνοιες, που θα εισαγάγει ο Καποδίστριας, είναι προφανής η μέριμνά του να επαναφέρει την πολιτειακή ισορροπία στο εσωτερικό των κοινών, που ανέτρεψαν οι συνθήκες της επανάστασης, υπέρ της προεστικής τάξης. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε ως επί το πλείστον κατά την προ-επαναστατική περίοδο, η αυτονόμηση της προεστικής τάξης και η ιδιοποίηση της εξουσίας των κοινών από αυτήν, στη διάρκεια επανάστασης, εκδηλώθηκε εφεξής με την άρνησή της να εναρμονισθεί με το διατακτικό της εθνικής πολιτείας. Ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού αποτελούν οι περιπτώσεις των Υδραίων και των Μανιατών. Η προεστική τάξη θα αντιταχθεί στην απόφαση του Κυβερνήτη να αναλάβει το κέντρο μέρος των δημοσίων προσόδων ή να ελέγξει τον τρόπο της διαχείρισής τους από αυτήν. Ορισμένοι μάλιστα θα φθάσουν μέχρι του σημείου να αξιώσουν αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση.
Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι η μερίδα της προεστικής αυτής τάξης, που εκπροσωπείτο στο Πανελλήνιο, προκειμένου να εμποδίσει την επανείσοδο του λαού στην πολιτεία των κοινών, θα επικαλεσθεί το επιχείρημα του "εξευρωπαϊσμού” της χώρας, αξιώνοντας από τον Καποδίστρια να καταργήσει την καθολική ψήφο (στην Αγγλία τότε κατείχε το δικαίωμα ψήφου μόλις το 7% των ανδρών). Στην αξίωση αυτή ο Κυβερνήτης θα διακρίνει “μιαν ανίκητον δυσκολίαν”, η οποία συνίσταται “εις το ότι δεν έχω την δύναμιν να κάμω ένα νόμον, ο οποίος θέτει όρους εις το δικαίωμα της ψήφου. Δικαίωμα, το οποίον ο ελληνικός λαός δοξάζει, ότι μετεχειρίσθη έως σήμερον χωρίς περιορισμόν”. Όπως θα επισημάνει ο τότε αντι-πρέσβης της Ρωσίας στην Ελλάδα, “οι κοτζαμπάσηδες αυτοί "χρησιμοποιούντες τα φιλελευθέρας αρχάς ως μέσον διαιωνίσεως της επιρροής των”, εστράφησαν με μίσος κατά του Κυβερνήτη, “καθόσον απαγορεύει τας αρπαγάς, τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους καταπιεζομένους…”
Στα μέσα Απριλίου του 1828, στις Σπέτσες και στην Ύδρα διαγνώστηκε μαζικό κρούσμα πανώλης. Ο Καποδίστριας αμέσως διέταξε να απομονωθούν τα νησιά, φρόντισε να ενημερωθεί για την ασθένεια και έστειλε ιατρικό προσωπικό με επικεφαλής τον ιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο. Γράφοντας προς την διοίκηση της Ύδρας, ενημέρωσε ότι “έρχομαι σε εσάς, και να είστε ήδη βέβαιοι ότι και μερίμνησα, και θα μεριμνήσω να σας βοηθήσω με όλα όσα είναι δυνατά για την κυβέρνηση και για τους μικρούς της πόρους”. Ύστερα συμβούλευσε“αυτό το διάστημα, να δείξετε και εσείς την ανδρεία και την αταραξία σας, και να τις εμπνεύσετε στον λαό. Ανυπομονώ να φτάσω σε εσάς, φέρνοντας όλα τα δυνάμενα να σας ανακουφίσουν”. Πράγματι, οι κάτοικοι δέχθηκαν ιατρική φροντίδα και ο ίδιος ο Καποδίστριας μετέβη εκεί για να εμψυχώσει και να αφουγκραστεί τον χειμαζόμενο λαό. Γράφοντας στον πρίγκιπα Λίβεν τον Μάιο του 1828, κατά την διάρκεια της εξάπλωσης της πανώλης και σε τμήματα της Πελοποννήσου από τον στρατό του Ιμπραήμ, εξέφρασε την έντονη ανησυχία για τον άνισο αγώνα που έδινε:
“Γυναίκες και παιδιά που συγκεντρώθηκαν από τα πλήθη της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, δεν μπορούν να εργαστούν λόγω των υγειονομικών περιορισμών. Σε αυτούς πρέπει εγώ να δώσω ψωμί, ειδάλλως πρέπει να τους αφήσω να πεθάνουν της πείνας. Τους δίνω όμως όσα μπορώ, και τους βάζω να τα κερδίσουν δουλεύοντας. Οι καημένοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου, αφού πίστεψαν στην αναχώρηση του Ιμπραήμ και στην ύπαρξη πλέον κάποιας τάξης, στην εσωτερική διοίκηση, μόλις κατέβηκαν από τα βουνά και καλλιέργησαν τα χωράφια τους, περίμεναν έναν καλύτερο θερισμό. Όμως βλέπουν τώρα τον Ιμπραήμ να ετοιμάζεται να θερίσει αντί γι’ αυτούς, προκειμένου να προμηθευτεί τα απαραίτητα με τα οποία θα καταστήσει από κάθε άποψη άχρηστους τους αγώνες και τα έξοδα του θαλάσσιου αποκλεισμού.”
Σύντομα η ασθένεια καταπολεμήθηκε και τα κρούσματα εξαφανίστηκαν. Τότε θεσπίστηκε το πρώτο λοιμοκαθαρτήριο στην Αίγινα και μαζί οργανώθηκε το λιμεναρχείο και οργανώθηκε η έκδοση εγγράφων για την διαπίστευση των ξένων πολιτών. Η οργάνωση των λιμεναρχείων ενισχύθηκε από την καταπολέμηση της πειρατείας, που άλλοτε βρισκόταν σε έξαρση. Η άδεια που είχε δοθεί από την προσωρινή κυβέρνηση σε καταδρομικά πλοία χρησιμοποιήθηκε από διάφορους ξένους και ντόπιους καιροσκόπους, με σκοπό την πειρατεία. Τον Απρίλιο του 1826, ο Γάλλος ναύαρχος Ντε ρινί έγραφε σε αναφορά του ότι “είναι αδύνατον στο Αιγαίο να πλεύσει σκάφος έστω και δέκα λεύγες χωρίς να προσβληθεί από πειρατές. Σε καμιά άλλη θάλασσα δεν έχει εμφανισθεί τέτοια θρασεία πειρατεία της οποίας οι δράστες να μένουν ατιμώρητοι αλλά και προστατευόμενοι”. Την εξάλειψη της πειρατείας ο Καποδίστριας την ανέθεσε στον Ανδρέα Μιαούλη. Εκείνος, στα μέσα του Ιανουαρίου αναχώρησε από τον Πόρο με το δίκροτο “Ελλάς”, τις κανονιοφόρους “Φιλελληνίς” και “Βαυαρία” και μια ένοπλη τράτα γυρνώντας τα νησιά για να στείλει το μήνυμα του κυβερνήτη, ενώ σε μερικές περιοχές ζητήθηκε και η συνδρομή των ξένων δυνάμεων. Ο Μιαούλης κυρίεψε ογδόντα πειρατικά. Όσα δεν καταστράφηκαν, παραδόθηκαν στην κυβέρνηση. Ο Καποδίστριας βεβαίως, καταλάβαινε ότι η πειρατεία σε αρκετές περιπτώσεις ήταν αποτέλεσμα των οικονομικών δυσχερειών που επικρατούσαν στην κοινωνία. Έτσι, για να καταπολεμήσει αυτό το πρόβλημα, προσπάθησε να δημιουργήσει θέσεις στο πολεμικό ναυτικό εντάσσοντας άτακτους αγωνιστές και άλλες άπορες κοινωνικές ομάδες. Όμως η δεινή οικονομική κατάσταση του κράτους δεν επέτρεπε την άμεση αξιοποίηση τέτοιων ομάδων, γεγονός που ενέτεινε την δυσθυμία απέναντι στον κυβερνήτη.
ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΕΔΑΦΩΝ
Τον Απρίλιο του 1828, μετά από θερμά επεισόδια στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και αυθαίρετες κινήσεις της Πύλης εναντίον των ρωσικών εμπορικών συμφερόντων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε των αγώνα των μουσουλμάνων υπέρ της ισλαμικής πίστης. Παράλληλα, ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Αγαθάγγελος, έστελνε στην ελληνική κυβέρνηση και τον διεθνή τύπο ένα μακροσκελές κείμενο, με το οποίο προέτρεπε τους Έλληνες να υποταχθούν στον “πράο” σουλτάνο. Η κατάσταση πυροδοτήθηκε από την Ναυμαχία του Ναβαρίνου και επισφραγίστηκε με την καταπάτηση της Συνθήκης του Άκκερμαν του 1826, από την μεριά του σουλτάνου. Απότοκος όλων αυτών ήταν η κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Η επανάσταση των Ελλήνων ήταν ουσιαστικά η θρυαλλίδα αυτής της αλυσιδωτής αντίδρασης. Η αγγλική διπλωματία, βλέποντας τα πλεονεκτήματα που θα αποσπούσε η Ρωσία, προσπάθησε να διασπάσει την τριμερή συμμαχία, αλλά τελικά στάθηκε ανήμπορη μπροστά στις εξελίξεις. Ο τουρκικός στρατός συνετρίβη από τον ρωσικό, ο οποίος έφτασε μέχρι την Βόρεια Βαλκανική, στα σύνορα της Κωνσταντινούπολης. Η τροπή αυτή ήταν μια ελληνική ευκαιρία για κινήσεις στην Πελοπόννησο, την οποία είχε κυριολεκτικά ρημάξει ο Ιμπραήμ, καταστρέφοντας την γη και πυρπολώντας χωριά. Ο Τρικούπης αναφέρει ότι “ο Ιμπραήμ, ασχολούμενος παντοιοτρόπως με την ανακατάληψη των φρουρίων, να διεμβολίσει τους Μεσσήνιους, όπως έκανε με τους Αχαιούς, απέστειλε τα στρατεύματά του υπό τον ηγεσία του Κεχαγιάμπεη, τα μεν στην άνω, τα δε στην κάτω Μεσσηνία, να ερημώσουν τον τόπο, αν οι κάτοικοι δεν προσκυνήσουν. Κάλεσε ο Κεχαγιάμπεης τους κατοίκους να υποταχθούν και αφού δεν εισακούσθηκε διέταξε το πελέκημα όλων των καρποφόρων δέντρων και την πυρπόληση των χωρίων. Ουδέποτε τα εχθρικά στρατεύματα δεν φάνηκαν τόσο καταστροφικά όσο στην παρούσα εκστρατεία. 60.000 υπολογίστηκαν οι κομμένες συκιές και 95.000 οι ελιές και οι μουριές· καπνοί και φλόγες σκέπαζαν για πολλές μέρες τον ορίζοντα”.
Ο Καποδίστριας, βλέποντας ότι η κατάσταση όδευε προς τον όλεθρο, ήρθε σε επαφή με τον Κολοκοτρώνη και τους ναύαρχους των ξένων δυνάμεων. Ο Ιμπραήμ, σε παραίνεση που δέχτηκε από τους ναύαρχους των ξένων δυνάμεων, απάντησε επιδεικτικά ότι “η δυσκολία εύρεσης τροφής δεν έγινε ακόμη πλήρης έλλειψη· ο ίδιος και οι άντρες του δεν θα μπορούσαν να παραδοθούν, αφού δεν είχαν αναγκαστεί να τρώνε φύλλα δέντρων και ανθρώπινο κρέας”. Ο Κολοκοτρώνης εξιστορούσε στα απομνημονεύματά του ότι, εκείνη την εποχή,“από την τυραννίαν των Τούρκων και από την δοξομανίαν αρχίνησαν οι Έλληνες και εγένονταν Τούρκοι και ως ετούρκιζαν εκείνοι, ελέγετο και ο τόπος τους τούρκικος. Και οι Έλληνες από τα βαρύτατα δοσίματατων Τούρκων τους υποχρέωναν και έπαιρναν τον τόπον τους και τους άφηκαν σκλάβους. Τους πήραν όλον τον τόπον με δυναστείαν. Ευρίσκετο ένας τρίτος τόπος ελληνικός, τα βουνά. Και ο ομφαλός της Πελοποννήσου, ο κάμπος έγινε τούρκικος, και αν είχε μείνουν ακόμη οι Τούρκοι, βέβαια δεν ευρίσκετο σπιθαμή γη ιδιόκτητος, διατί οι Τούρκοι το κυρίευαν, διατί οι Έλληνες τόμου ετούρκιζαν είχαν την ησυχίαν τους και όσοι ήταν χριστιανοί πάντα τους αδικούσαν”. Παρόλα αυτά, στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ ξέσπασαν εμφύλιες διαμάχες, σχετικές με την μισθοδοσία, μεταξύ Τουρκαλβανών και Αιγυπτίων".
![]() |
| Δημήτριος Υψηλάντης |
Ο Καποδίστριας, βλέποντας ότι η κατάσταση όδευε προς τον όλεθρο, ήρθε σε επαφή με τον Κολοκοτρώνη και τους ναύαρχους των ξένων δυνάμεων. Ο Ιμπραήμ, σε παραίνεση που δέχτηκε από τους ναύαρχους των ξένων δυνάμεων, απάντησε επιδεικτικά ότι “η δυσκολία εύρεσης τροφής δεν έγινε ακόμη πλήρης έλλειψη· ο ίδιος και οι άντρες του δεν θα μπορούσαν να παραδοθούν, αφού δεν είχαν αναγκαστεί να τρώνε φύλλα δέντρων και ανθρώπινο κρέας”. Ο Κολοκοτρώνης εξιστορούσε στα απομνημονεύματά του ότι, εκείνη την εποχή,“από την τυραννίαν των Τούρκων και από την δοξομανίαν αρχίνησαν οι Έλληνες και εγένονταν Τούρκοι και ως ετούρκιζαν εκείνοι, ελέγετο και ο τόπος τους τούρκικος. Και οι Έλληνες από τα βαρύτατα δοσίματατων Τούρκων τους υποχρέωναν και έπαιρναν τον τόπον τους και τους άφηκαν σκλάβους. Τους πήραν όλον τον τόπον με δυναστείαν. Ευρίσκετο ένας τρίτος τόπος ελληνικός, τα βουνά. Και ο ομφαλός της Πελοποννήσου, ο κάμπος έγινε τούρκικος, και αν είχε μείνουν ακόμη οι Τούρκοι, βέβαια δεν ευρίσκετο σπιθαμή γη ιδιόκτητος, διατί οι Τούρκοι το κυρίευαν, διατί οι Έλληνες τόμου ετούρκιζαν είχαν την ησυχίαν τους και όσοι ήταν χριστιανοί πάντα τους αδικούσαν”. Παρόλα αυτά, στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ ξέσπασαν εμφύλιες διαμάχες, σχετικές με την μισθοδοσία, μεταξύ Τουρκαλβανών και Αιγυπτίων".
Η Γαλλία είχε θορυβηθεί βλέποντας τον ρωσικό στρατό να προελαύνει στα βόρεια της Βαλκανικής Χερσονήσου, και γι’ αυτό έστειλε, στις 5 Αυγούστου του 1828, στράτευμα 13.000 οπλιτών υπό τις διαταγές του στρατηγού Νικόλαου Μαιζόν. Ούτως ή άλλως, ένα μήνα πριν, τον Ιούλιο, ο ναύαρχος Κόδριγκτον είχε μεταβεί στην Αίγυπτο για να υπογράψει με τον πατέρα του Ιμπραήμ, τον Μεχμέτ Αλή, την Συνθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία προέβλεπε την αποχώρηση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο και η παρουσία γαλλικού στρατού θα έπαιζε απλά τον ρόλο του σταθεροποιητικού παράγοντα, για την αποφυγή τυχόν συγκρούσεων. Τον Σεπτέμβριο ξεκίνησε η αποχώρηση των στρατευμάτων του Ιμπραήμ υπό την προστασία των Γάλλων, οι οποίοι όχι μόνο επέτρεψαν στους αποχωρήσαντες να πάρουν μαζί τους σκλάβους Έλληνες, αλλά απέδωσαν και τιμές κατά την διάρκεια της επιβίβασης των Αιγυπτίων στα πλοία. Μετά από αυτή την παρωδία στην Πελοπόννησο, οι Γάλλοι δεν δέχτηκαν να βοηθήσουν στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας, παρά τις πιέσεις της Αγγλίας. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1828, ολόκληρη η Πελοπόννησος είχε περάσει στην Ελληνική Πολιτεία. Σύμφωνα με τον Τρικούπη, τα στρατεύματα του Ιμπραήμ κατά την αποχώρηση από την Πελοπόννησο, αριθμούσαν 21.000 (κατά τον Μαιζόν, και 15.000 από άλλες πηγές), εκ των οποίων πολλοί τραυματίες, από ένα σύνολο 40.000 που είχαν αποβιβαστεί στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της επανάστασης.
Παράλληλες επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων σε Στερεά, Εύβοια και Αττική, υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη και αργότερα τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, τον μικρότερο αδερφό του κυβερνήτη, δεν εξελίχτηκαν με την ίδια ταχύτητα. Κωλυσιεργίες, διαφωνίες, ασυνεννοησία αλλά και ο αγγλικός δάκτυλος απέβησαν, μοιραία. Το φρούριο της Ναυπάκτου παραδόθηκε στις 23 Απριλίου του 1929 στον ίδιο τον Καποδίστρια, ενώ μερικές ημέρες μετά, στις 2 Μαΐου, παραδόθηκε και το φρούριο του Μεσολογγίου. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου, είχε καταπλεύσει στην περιοχή η φρεγάτα “Μαδαγασκάρη” με κυβερνήτη των μοίραρχο Σπένσερ. Η Αγγλία είχε εξουσιοδοτήσει τον Σπένσερ να σταματήσει με κάθε τρόπο, ακόμα και με την χρήση βίας, τις εχθροπραξίες στην περιοχή και να λύσει τον αποκλεισμό του Μεσολογγίου προς όφελος των Τουρκαλβανών. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας και ο Ανδρέας Μιαούλης, που βρίσκονταν στην περιοχή, καθυστερούσαν την συνάντηση με τον Άγγλο αξιωματούχο, ώστε να δώσουν χρόνο για την κατάληψη του φρουρίου. Σε αυτό βοήθησαν και οι καιρικές συνθήκες, που δεν επέτρεπαν το προσάραγμα του αγγλικού πλοίου. Το αγγλικό υπουργείο είχε δώσει εντολή να εμποδιστεί με κάθε τρόπο η επέκταση των Ελλήνων προς τον βορρά, ενώ λίγο καιρό μετά έπαυσε τον Στράτφορντ Κάνινγκ από το αξίωμα του πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη και πρότεινε τα σύνορα του ελληνικού κράτους να φτάνουν στον Ισθμό της Κορίνθου. Αυτή την στάση της φιλοτουρκικής Αγγλίας, την είχε διαβλέψει ο Καποδίστριας και γι’ αυτό έδωσε εντολή για άμεση προώθηση των επιχειρήσεων στις κατειλημμένες περιοχές, φοβούμενος πως υπογράφοντας συνθήκη οι μεγάλες δυνάμεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα όρια του ελληνικού κράτους θα περιορίζονταν - επίσημα πλέον - στην Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά. Τελικά, απεσταλμένοι του Αυγουστίνου έπεισαν τους πολιορκημένους να παραδώσουν το φρούριο, ξεγελώντας τους με την ψεύτικη πληροφορία ότι η αγγλική φρεγάτα είχε έρθει να συνδράμει την πολιορκία. Έτσι, μέσα σε διάστημα τριών μηνών, ολόκληρη η δυτική Ελλάδα είχε περάσει στα χέρια των Ελλήνων. Με την ανάκτηση του Μεσολογγίου, ο Καποδίστριας έδωσε εντολή να περισυλλεχθούν τα λείψανα των πεσόντων προ τριών ετών αγωνιστών, και να τελεστεί επίσημη εκδήλωση σε ανεγερθέν μνημείο.
![]() |
| Αυγουστίνος Καποδίστριας |
Παράλληλες επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων σε Στερεά, Εύβοια και Αττική, υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη και αργότερα τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, τον μικρότερο αδερφό του κυβερνήτη, δεν εξελίχτηκαν με την ίδια ταχύτητα. Κωλυσιεργίες, διαφωνίες, ασυνεννοησία αλλά και ο αγγλικός δάκτυλος απέβησαν, μοιραία. Το φρούριο της Ναυπάκτου παραδόθηκε στις 23 Απριλίου του 1929 στον ίδιο τον Καποδίστρια, ενώ μερικές ημέρες μετά, στις 2 Μαΐου, παραδόθηκε και το φρούριο του Μεσολογγίου. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου, είχε καταπλεύσει στην περιοχή η φρεγάτα “Μαδαγασκάρη” με κυβερνήτη των μοίραρχο Σπένσερ. Η Αγγλία είχε εξουσιοδοτήσει τον Σπένσερ να σταματήσει με κάθε τρόπο, ακόμα και με την χρήση βίας, τις εχθροπραξίες στην περιοχή και να λύσει τον αποκλεισμό του Μεσολογγίου προς όφελος των Τουρκαλβανών. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας και ο Ανδρέας Μιαούλης, που βρίσκονταν στην περιοχή, καθυστερούσαν την συνάντηση με τον Άγγλο αξιωματούχο, ώστε να δώσουν χρόνο για την κατάληψη του φρουρίου. Σε αυτό βοήθησαν και οι καιρικές συνθήκες, που δεν επέτρεπαν το προσάραγμα του αγγλικού πλοίου. Το αγγλικό υπουργείο είχε δώσει εντολή να εμποδιστεί με κάθε τρόπο η επέκταση των Ελλήνων προς τον βορρά, ενώ λίγο καιρό μετά έπαυσε τον Στράτφορντ Κάνινγκ από το αξίωμα του πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη και πρότεινε τα σύνορα του ελληνικού κράτους να φτάνουν στον Ισθμό της Κορίνθου. Αυτή την στάση της φιλοτουρκικής Αγγλίας, την είχε διαβλέψει ο Καποδίστριας και γι’ αυτό έδωσε εντολή για άμεση προώθηση των επιχειρήσεων στις κατειλημμένες περιοχές, φοβούμενος πως υπογράφοντας συνθήκη οι μεγάλες δυνάμεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα όρια του ελληνικού κράτους θα περιορίζονταν - επίσημα πλέον - στην Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά. Τελικά, απεσταλμένοι του Αυγουστίνου έπεισαν τους πολιορκημένους να παραδώσουν το φρούριο, ξεγελώντας τους με την ψεύτικη πληροφορία ότι η αγγλική φρεγάτα είχε έρθει να συνδράμει την πολιορκία. Έτσι, μέσα σε διάστημα τριών μηνών, ολόκληρη η δυτική Ελλάδα είχε περάσει στα χέρια των Ελλήνων. Με την ανάκτηση του Μεσολογγίου, ο Καποδίστριας έδωσε εντολή να περισυλλεχθούν τα λείψανα των πεσόντων προ τριών ετών αγωνιστών, και να τελεστεί επίσημη εκδήλωση σε ανεγερθέν μνημείο.
Η μάχη στην περιοχή Πέτρα Βοιωτίας στις 12 Σεπτεμβρίου του 1829, ήταν η τελευταία της επανάστασης του 1821 και η πρώτη του τακτικού ελληνικού στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, με μικρότερο αριθμό στρατιωτών, οδήγησε τους Τούρκους σε συνθηκολόγηση με αποτέλεσμα να παραχωρήσουν την Ανατολική Στερεά.
Η ελληνική επικράτεια, κατά την σύντομη διάρκεια της διακυβέρνησης του Καποδίστρια και ύστερα από μάχες, στρατιωτικές και διπλωματικές, έφτασε να περιλαμβάνει την Πελοπόννησο, την Αττική, την Βοιωτία, την Εύβοια, τις Κυκλάδες, τις Σποράδες και ένα μικρό κομμάτι της δυτικής Ελλάδας. Τα σύνορά της επισημοποιήθηκαν σε πρώτη φάση με την υπογραφή του τέταρτου Πρωτόκολλου του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 1830 από την Αγγλία, την Γαλλία και την Ρωσία, και οριοθετούνταν βόρεια, στην γραμμή Αχελώου - Σπερχειού. Τον Σεπτέμβριο του 1831, με το πέμπτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, τα σύνορα επεκτείνονταν στην γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού. Το πρωτόκολλο αυτό επισφραγίστηκε τον Ιούλιο του 1832 με τον Διακανονισμό της Κωνσταντινουπόλεως, στον οποίο όλες οι δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποδέχονταν αυτή την συνοριακή γραμμή.
![]() |
| Η ελληνική επικράτεια στα χρόνια της διακυβέρνησης του Καποδίστρια |
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΟΜΗΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Οι επιτυχείς αυτές στρατιωτικές επιχειρήσεις κόστιζαν βέβαια στο υπό διαμόρφωση ελληνικό κράτος. Τα πρώτα δυο χρόνια της Ελληνικής Πολιτείας συνάφθηκαν, με φειδώ, δάνεια με την Γαλλία και την Ρωσία. Ο Καποδίστριας στηριζόταν περισσότερο στις δωρεές, καθώς οι συνάψεις προηγούμενων δανείων είχαν φέρει το ελληνικό κράτος σε δύσκολη θέση, γεγονός που διακύβευε την ανεξαρτησία της χώρας. Αυτό ο Καποδίστριας το γνώριζε και προσπάθησε να το αποσοβήσει, πετυχαίνοντας το σε σημαντικό βαθμό, προς χάριν της εθνικής ανεξαρτησίας, κυρίως με την στήριξη από δωρεές. Ο Καποδίστριας γνώριζε επίσης ότι δεν νοείται εθνική ανεξαρτησία χωρίς την έκδοση εθνικού νομίσματος και γι’ αυτό φρόντισε από την πρώτη στιγμή, για την έκδοσή του. Πριν έρθει στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του 1827, σε επιστολή του προς τον Μουστοξύδη, του ζήτησε να συλλέξει όλα τα διατάγματα για την δημιουργία νομίσματος και οτιδήποτε άλλο σχετικό, όπως και τον τραπεζικό κώδικα. Με επιστολή του προς το “Πανελλήνιο”, στις 2 Απριλίου 1828, επισήμαινε την επιτακτικότητα της έκδοσης εθνικού νομίσματος, λέγοντας ότι “η κυβέρνηση χωρίς να αμφιβάλλει για την χρηματική βοήθεια που θα δοθεί στην Ελλάδα από τις αυλές, και οφείλοντας να την διαχειριστεί με τον πιο επωφελή τρόπο για της δημόσιες ανάγκες, θεωρεί απ’ όλες τις ανάγκες πιο σημαντική κι επείγουσα την ανάγκη για εθνικό νόμισμα”. Η Εθνοσυνέλευση του Άργους ψήφισε την απόφαση “θεωρούσα την ανάγκην εθνικού νομίσματος, την οποίαν υπαγορεύει η τιμή του έθνους. Εθεωρήθησαν δε αι βάσεις του αυτού ψηφίσματος σύμφωνοι με το κοινωνικόν και το πολιτικόν του έθνους συμφέρον”. Μέχρι τότε, σε όλη σχεδόν την οθωμανική επικράτεια, το δικαίωμα κοπής νομίσματος το είχε αποκλειστικά ο σουλτάνος. Η ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας κατά την άφιξη του Καποδίστρια ήταν ανύπαρκτη, οπότε το κόστος συναλλαγών αυξανόταν, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ζήτηση, άρα και η παραγωγή. Έτσι, στις 27 Ιουνίου 1829, κόπηκε ο πρώτος “Φοίνικας” στο Νομισματοκοπείο που ιδρύθηκε στην Αίγινα, στο ισόγειο του κυβερνείου, με μεσαιωνικά μηχανήματα που αγόρασε στην Μάλτα ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος έναντι εκατό λιρών στερλινών. Στην μπροστινή όψη του νομίσματος απεικονίστηκε το μυθικό πουλί που αναγεννιέται από τις στάχτες του, το οποίο είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί και από την Φιλική Εταιρεία και τον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ως σύμβολο της αναγέννησης και ανόρθωσης του έθνους. Το νόμισμα τέθηκε σε κυκλοφορία την 1η Οκτωβρίου του 1829 και μέχρι το 1831 κόπηκαν συνολικά 607.000 νομίσματα, από τα οποία μόνο τα 11.978 ήταν αργυροί φοίνικες. Λίγο μετά την άφιξη του Όθωνα, με βασιλικό διάταγμα καταργήθηκε ο Φοίνικας και το νέο νόμισμα, η δραχμή, κόπηκε στην Βαυαρία. Οι μηχανές του νομισματοκοπείου αποσυναρμολογήθηκαν και στάλθηκαν στο Ναύπλιο.
Ο Κάρλ Μέντελσον Μπαρτόλντι στο έργο του “Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης” αναφέρει ένα τρανταχτό λάθος που έγινε σε αυτή την πρώτη προσπάθεια κοπής νομίσματος:
“Κατά την κοπή λησμονήθηκε ν’ αφαιρεθεί από την αξία κάθε αργυρού φοίνικος η δαπάνη του κόστους κι έτσι η έκδοση του νομίσματος αντί να πλουτίζει το κράτος, το ζημίωσε. Οι κερδοσκόποι εκμεταλλεύτηκαν την ασυγχώρητη αυτή αμέλεια και ή τα έλιωναν και τα πουλούσαν σαν ασήμι ή τα εξήγαν στο εξωτερικό. Η κυβέρνηση μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση σταμάτησε την περαιτέρω έκδοση και κυκλοφορούσε μόνο χάλκινα σε αξία λεπτών. Γενική, επίσης, αγανάκτηση έφερε στον εμπορικό κόσμο, διάταξη κατά την οποία οι οφειλέτες σε τουρκικό νόμισμα προ της νομισματικής μεταρρυθμίσεως του 1828 υποχρεούνταν στην πληρωμή του χρέους τους σε σύγχρονο της εξοφλήσεως νόμισμα. Και στα τέλη του 1831 δημοσιεύτηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας ξένων, και ιδίως τουρκικών νομισμάτων, ακόμα κι αυτών που κόπηκαν στην Ελλάδα, μεταξύ του 1826 και του 1828. Το μέτρο ήταν αληθινά ακαταλόγιστο για χώρα που πάλευε με τη χρεοκοπία και άνοιγε εντελώς τις πόρτες στην τοκογλυφία και την παραχάραξη.”
![]() |
| Φοίνικας - Το πρώτο νόμισμα του ελληνικού κράτους |
Εκτός από την κοπή νομίσματος, το ελληνικό κράτος κήρυξε μονομερώς στάση πληρωμών προς την Αγγλία και προχώρησε σε επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, καθώς είχαν προηγηθεί τα ληστρικά δάνεια με τους εξωφρενικούς τόκους. Αυτή η κίνηση του Καποδίστρια ήταν πράξη κυριαρχική, που έδειχνε την πρόθεσή του για την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Στην πορεία, φάνηκε ότι η επαναδιαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους απέφερε καρπούς, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να ξεκινήσει να ανασυντάσσεται με γοργούς ρυθμούς, αποτινάσσοντας, μεθοδικά, το δυσβάσταχτο και καταχρηστικό χρέος. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, στις 2 Φεβρουαρίου 1828, ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, σε μια προσπάθεια κινητοποίησης των κεφαλαίων του εσωτερικού και του εξωτερικού. Ο θεσμός αυτός συνεισέφερε στην καταπολέμηση της πειρατείας, στην δημιουργία υποδομών, στην βοήθεια των άπορων και στην αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων. Δίνοντας το παράδειγμα, ο ίδιος ο κυβερνήτης υποθήκευσε τα κτήματά του στην Κέρκυρα για να εγγυηθεί τις καταθέσεις των κεφαλαιούχων. Η οικογένεια Κουντουριώτη ήρθε σε ρήξη στο θέμα της κεφαλαιοποίησης της τράπεζας, καθώς της ζητήθηκαν συγκεκριμένα ποσά, τα οποία δεν ήταν διατεθειμένη να δώσει. Μεταξύ των μετόχων της τράπεζας ήταν ο Νικόλαος Ζωσιμάς, ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος και ο βασιλιάς Λουδοβίκος Β' της Βαυαρίας. Ο Άγγλος ιστορικός της εποχής, Τζορτζ Φίνλεϊ στο βιβλίο του “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως” υπολογίζει τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου για το έτος 1829, χρονιά που καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τα γεωστρατηγικά όρια της Ελλάδος, σε συνάρτηση με την εύρυθμη λειτουργία της πληρωμής του στρατεύματος: “Αι εισπράξεις του έτους 1829 υπερέβησαν τα τέσσαρα εκατομμύρια δραχμών, και η δαπάνη τρισχιλίων τακτικών στρατιωτών ανήλθε εις εν εκατομμύριον”. O Καποδίστριας χρηματοδότησε το ταμείο για την κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών με δικά του χρήματα, τα οποία πίστωσε στην επιτροπή, με μόνο αντάλλαγμα την χρηματοδότηση δημοσίων έργων. Αντιθέτως, οι φιλάργυροι προεστοί, αντί να ενισχύσουν αυτή την προσπάθεια του Καποδίστρια, την υπονόμευσαν φανερά, ζητώντας τόκους και αποζημιώσεις.
Στον τομέα της εθνικής άμυνας, ο Καποδίστριας έκανε μεγάλες προσπάθειες για την σύσταση οργανωμένου τακτικού στρατού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, προσδοκούσε την αποδυνάμωση του συστήματος των καπετανάτων και των φατριών, που αναπόφευκτα οδηγούσαν σε εμφυλίους, εξυπηρετούσαν ιδιωτικά συμφέροντα και γενικότερα ενίσχυαν τις καιροσκοπικές και τυχοδιωκτικές αντιλήψεις και επιδιώξεις. Επιτακτική ήταν επίσης η ανάγκη για την συγκρότηση αξιόμαχου, καταρτισμένου και ομονοούντος στρατιωτικού δυναμικού, ικανού να αντιμετωπίσει τους εξωτερικούς κινδύνους. Χώρισε την εθνική άμυνα σε δυο κατηγορίες, την Υπηρεσία Στρατιωτικών και την Υπηρεσία Ναυτικών. Έπειτα, χώρισε τα στρατιωτικά τμήματα σε τρείς περιφέρειες: Το τμήμα της Πελοποννήσου ανέλαβε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, εκείνο της Ανατολικής Ελλάδας ανέλαβε ο Δημήτριος Υψηλάντης και την Δυτική Ελλάδα ανέλαβε ο στρατηγός Ρίτσαρντ Τσώρτς. Ο στόλος χωρίσθηκε σε τέσσερις μοίρες: την μοίρα του Αιγαίου με αρχηγό τον Ανδρέα Μιαούλη, τη μοίρα της Μεσσηνίας με αρχηγό τον Γεώργιο Σαχτούρη, τη μοίρα του Ευβοϊκού με αρχηγό τον Γεὠργιο Σαχίνη, τη μοίρα της Δυτικής Ελλάδος με αρχηγό τον Άγγλο πλοίαρχο Φρανκ Άστιγξ. Αρχηγός του στόλου των πυρπολικών διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης. Από την 1η Ιουλίου του 1828, ξεκίνησε η λειτουργία του πρώτου σχολείου των Ευελπίδων σε ένα τούρκικο στρατόπεδο στο Ναύπλιο. Παρά τις προτροπές του κυβερνήτη προς τους αρχηγούς του αγώνα να στείλουν τα παιδιά τους, λίγοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Έπειτα από τρία χρόνια, αποφοίτησαν οι πρώτοι οκτώ ανθυπολοχαγοί του πυροβολικού, τους οποίους παρασημοφόρησε ο ίδιος ο Καποδίστριας. Το 1829 λειτούργησαν και οι πρώτοι στρατώνες ιππικού, στο Άργος. Οι ενέργειες για την συγκρότηση εθνικής άμυνας υπονομεύτηκαν και αυτές από συγκεκριμένους ντόπιους παράγοντες, με αφορμή το μισθολόγιο, στοχεύοντας στην διάσπαση για την επικράτηση των τοπαρχών. Ο ξένος δάκτυλος φυσικά, δεν μπορούσε να λείπει ούτε από αυτή την προσπάθεια, αφού στο τέλος αυτός θα ωφελούταν.
Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1828, ο Καποδίστριας έγραφε προς τον Δημήτριο Υψηλάντη:
“Ο αδερφός μου Βιάρος σας έγραψε ότι ορισμένοι κάνουν ενέργειες να διασπάσουν και να κατακερματίσουν το στράτευμα, αν γίνεται, σε αγέλες ληστών, ώστε από την διάσπαση αυτή να καταστεί εύλογη η στρατιωτική κατάληψη του τόπου από τα ξένα στρατεύματα, αφού τα δικά μας στρατεύματα κατά την αποχώρηση των Τούρκων από τα φρούρια της Μεσσηνίας και από αλλού θα μείνουν άπρακτα. Οφείλω, επομένως, και εγώ να σας γνωστοποιήσω όλες αυτές τις ραδιουργίες και να σας προτρέψω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά.
Είναι, βέβαια, ενδεχόμενο η κακοήθεια των εχθρών του τόπου και του στρατού να μην πετύχει. Ωστόσο, όλες αυτές οι ενέργειες σε κάθε περίπτωση μπορεί να διαφθείρουν αξιωματικούς και στρατιώτες, οι οποίοι αξιώνουν από την κυβέρνηση παράλογες απαιτήσεις, κάτι το οποίο θα τους λυπήσει.”
![]() |
| Η πρώτη Σχολή Ευελπίδων στο Ναύπλιο |
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΕΣΤΟΥΣ
Το καλοκαίρι του 1829, εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων, έγιναν οι πρώτες εκλογές με άμεση ψηφοφορία. Αυτό επέφερε μεγάλη δυσφορία στις τάξεις των προνομιούχων. Μέχρι τότε, οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί επιλέγανε, σε κάθε περιοχή, εκείνους που θα εκπροσωπήσουν στο βουλευτικό (το σώμα των βουλευτών) το ελληνικό έθνος. Από τις εκλογές της 11ης Ιουλίου προέκυψαν 236 πληρεξούσιοι, ενώ ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες στο σύνολο των 62. Οι εκλογές οδήγησαν στην Δ’ Εθνοσυνέλευση που έγινε στο Άργος. Ξεκίνησε στις 11 Ιουλίου και διήρκεσε μέχρι τις 6 Αυγούστου. Αφού έγινε η καθιερωμένη δοξολογία, η συνέλευση διεξήχθη στο αρχαίο θέατρο Άργους, ξεκινώντας με τον απολογισμό και την επικύρωση των πολιτικών και οικονομικών πεπραγμένων. Ύστερα, η συνέλευση εξέδωσε δεκατρία ψηφίσματα, μεταξύ των οποίων, τη διάλυση του θεσμού του Πανελληνίου και την αντικατάστασή του από Γερουσία με τον ίδιο αριθμό μελών, την κοπή εθνικού νομίσματος με την ονομασία “Φοίνικας” και την απαγόρευση της μεταφοράς αρχαιοτήτων στο εξωτερικό, ψήφισμα που ακυρώθηκε στην πράξη επί βαυαροκρατίας. Το ένατο ψήφισμα όριζε τον ετήσιο μισθό του κυβερνήτη σε 180.000, εκείνος όμως δεν το δέχθηκε λέγοντας πως “εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν δια να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν, έως ότου η πατρίς φθάσασα εις την χρηματικήν στάσιν, την οποία υπόσχεται η εθνική ανεξαρτησία δυνηθή να αποδώση εις εμέ τα προκαταβαλλόμενα”.
Ενώ συνέχισε απευθυνόμενος στο σώμα της συνέλευσης:
“Ελπίζω ότι όσοι εξ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μέθ’ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της…”.
Όπως αναφέρει ο Τρικούπης, δεν γινόταν λόγος περί μη αποδοχής των ικανοτήτων του κυβερνήτη, τουλάχιστον ανοιχτά…:
“Η συνέλευση, και πριν εκδώσει τα ψηφίσματα, διαβεβαίωσε ξεκάθαρα τις πεποιθήσεις της υπέρ του κυβερνήτη και την απεριόριστη πίστη στις ικανότητες του, τον πατριωτισμό του και τα φώτα του· δεν δίστασε δε και επισήμως να δηλώσει ότι διέταξε την επταμελή επιτροπή να σχεδιάζει τα ψηφίσματα υπό τις οδηγίες του. Έχοντας αυτό κατά νου, επαναλάμβαναν οι πιο καυστικοί από τους πληρεξούσιους το "Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει.”
Η Αγγλία τότε, στο πρόσωπο του Καποδίστρια, έβλεπε έναν πρεσβευτή των ρωσικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Αυτή η εμμονή της ενισχύθηκε από το ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου. Τότε βρήκαν την ευκαιρία οι επίδοξοι πρώην ηγετίσκοι να δυναμώσουν την αντιπολίτευση και να εκμεταλλευτούν την στάση των ξένων δυνάμεων, όπως αναφέρει ο Ανδρέας Ιδρωμένος:
![]() |
| Το Κυβερνείο του Καποδίστρια στην Αίγινα |
Η Αγγλία τότε, στο πρόσωπο του Καποδίστρια, έβλεπε έναν πρεσβευτή των ρωσικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Αυτή η εμμονή της ενισχύθηκε από το ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου. Τότε βρήκαν την ευκαιρία οι επίδοξοι πρώην ηγετίσκοι να δυναμώσουν την αντιπολίτευση και να εκμεταλλευτούν την στάση των ξένων δυνάμεων, όπως αναφέρει ο Ανδρέας Ιδρωμένος:
“Τότε πήραν θάρρος εκείνοι που κατά την εκλογή του κυβερνήτη έδειξαν αποδοκιμασία και αποτέλεσαν την ηχηρή πρώτη αντιπολίτευση εναντίον του και έγιναν ακόμη πιο τολμηροί. Αποβλέποντας κυρίως στην μεταβολή της δεδομένης κατάστασης, άδραξαν κάθε ευκαιρία για να παρουσιάσουν στους πρεσβευτές (των ξένων δυνάμεων) οι οποίοι διέμεναν στον Πόρο ότι οι Έλληνες ήταν δυσαρεστημένοι με την παρούσα κατάσταση και ανησυχούν για το μέλλον τους. Θεωρούσαν πανάκεια σε πολιτικό επίπεδο την σύγκληση εθνικής συνέλευσης. Αυτοί οι οποίοι υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο έστρεψαν το βλέμμα τους προς την Αγγλία. Οι υποστηρικτές του Κωλέττη έκαναν μυστικές διαπραγματεύσεις για την ανάρρηση στον θρόνο του δευτερότοκου γιου του δούκα της Αυρηλίας ως ηγεμόνα της Ελλάδας. Σχημάτισαν, λοιπόν, ως αντίπαλο δέος του αγγλικού το γαλλικό κόμμα. Χαρακτήριζαν τον κυβερνήτη, απέναντι στον οποίο ήταν αρνητικός και ο βασιλιάς της Αγγλίας και το υπουργείο που ακολουθούσε συντηρητική πολιτική γραμμή, υποστηρικτή της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα.”
Ειδικότερα από το 1830 και μετά, με την εγκαθίδρυση του Λουδοβίκου Φίλιππου, που δεν έτρεφε φιλελληνικά αισθήματα, στον θρόνο της Γαλλίας, η αντιπολίτευση βρήκε την ευκαιρία να οργιάσει ακόμη περισσότερο εναντίον του Έλληνα κυβερνήτη. Σχετικά με τις κατηγορίες που δεχόταν κατά καιρούς ο Καποδίστριας, περί μυστικών επαφών και κινήσεων υπέρ της Ρωσίας, ακόμη και ο πολιτικός του πολέμιος, Τρικούπης, ξεκαθαρίζει την αλήθεια και θέτει τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση:
“Ο άνδρας αυτός αδικήθηκε, διότι οποιαδήποτε και αν ήταν η προς την ρωσική αυλή κλίση του, κανενός Έλληνα η καρδία δεν ήταν πιο ελληνική. Για την Ελλάδα εγκατέλειψε την ρωσική επιρροή του, και όχι υπέρ της Ρωσίας την ελληνική Αρχή του. Αρχηγός έθνους, και όχι αρχηγός για τα συμφέροντα ρωσικής ή άλλης ξένης επιρροής ούτε για κάποια εσωτερική ραδιουργία, αλλά εξαιτίας της αυθορμήτου θελήσεως του έθνους, κανένα λόγο είχε ν’ ασπασθεί ξένης επικρατείας συμφέροντα βλάπτοντας της πατρίδος του· Κύριος δε σκοπός της κυβερνητικής πορείας του Καποδίστρια ήταν η υλική βελτίωση του λαού, διότι αυτή θεωρούσε βάση και προαγωγή οποιασδήποτε άλλης, και όσον φρόντιζε περί αυτής, τόσον καθυστερούσε την ανάπτυξη της διανοητικής. Πολλές αρετές είχε αυτός ο άνδρας· σεμνά ήταν τα ήθη του, ακέραιος ο χαρακτήρας του και αγαθή η διάθεσή του· λιτός, απέριττος και ταπεινός ήταν ο βίος του· γεμάτη χάρη και ευπρέπεια η ιδιωτική του συμπεριφορά και - κατά κοινή ομολογία - η αφιλοκέρδειά του· διέπρεψε μεταξύ των διπλωματών του καιρού του ως οξύνους, φιλόπονος και συμφιλιωτικός· η γλώσσα του είχε πειθώ και τα γραπτά του χάρη.”
Ενώ ο Αυστριακός διπλωμάτης και φίλος του Μέτερνιχ, Άντον Πρόκες φον Όστεν, συμπέραινε ότι: “Κατηγορήθηκε ο κυβερνήτης της Ελλάδας ως όργανο της Ρωσίας. Ήταν πράγματι, αλλά στον βαθμό που έκρινε ότι λειτουργούσε προς το συμφέρον της Ελλάδας”.
Χαρακτηριστικό της ταπεινής φύσης του χαρακτήρα του Καποδίστρια είναι κι ένα περιστατικό που αναφέρει ο γραμματέας του Νικόλαος Δραγούμης στις “Ιστορικές Αναμνήσεις”: “Ντυνόταν πολύ απλά. Τόσο, ώστε κατά την πρώτη περιοδεία του στην Κορινθία ο λαός να θεωρήσει ως Κυβερνήτη του και να ζητωκραυγάζει τον προπορευόμενο της πομπής ταχυδρομικό διανομέα Καρδαρά, ντυμένο με βελούδινο χρυσοκέντητο πανωφόρι”. Καθ’ όλη την διάρκεια της διακυβέρνησης του ο Καποδίστριας όχι μόνο δεν χρηματίστηκε, αντιθέτως ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος των προσωπικών του απολαβών σε εράνους, δωρεές, αγαθοεργίες και προσφορές στο δημόσιο ταμείο, καθώς όπως έλεγε: “Εμένα μου αρκούν εξήντα λεπτά την ημέρα για να ζήσω”. Κατά την πολύχρονη διαμονή του στην Γενεύη, ζούσε με 180 φράγκα το μήνα, νοικιάζοντας ένα διαμέρισμα προς 30 φράγκα τον μήνα, όταν ο ετήσιος μισθός του ήταν 32000 φράγκα. Η λιτή του ζωή, όπως εξηγούσε ο ίδιος, οφειλόταν στην συναίσθηση της ευθύνης απέναντι στους συμπατριώτες του που πολεμούσαν. Τον μισθό του δε, τον κατέθεσε υπέρ της επανάστασης. Πάντως ο Τρικούπης, εκτός από κάποια σημάδια υστεροφημίας, αναφέρει και άλλα “κουσούρια” του κυβερνήτη λέγοντας ότι χαρακτήριζε ως “καταστροφείς της Ελλάδας εκείνους που κυβέρνησαν πριν από αυτόν, τους κοτζαμπάσηδες τους χαρακτήριζε Τούρκους με χριστιανικά ονόματα, αγγεία του σατανά τους Φαναριώτες και μωρούς τους λόγιους”.
Ο Καποδίστριας, εκτός από φιλοπατρία διακρινόταν και από έντονο αλτρουισμό. Κατά την διάρκεια του προγράμματος για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, φρόντισε και έμαθε, από τις διασυνδέσεις του στο εξωτερικό, για την κατάσταση πολλών συμπατριωτών του που αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, λόγω της βίαιης συμπεριφοράς των Τούρκων, σε περιοχές που βρίσκονταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή. Μάλιστα, ίδρυσε οικοτροφεία - διδασκαλεία για τα ορφανά στη Γενεύη, στη Βενετία, στην Τεργέστη, στην Αγκόνα και στο Μόναχο, για τα οποία ανέλαβε την ευθύνη μαθαίνοντας ακόμη και τα στοιχεία κάθε παιδιού που βρισκόταν εκεί. Τα βασικά μαθήματα που διδάσκονταν ήταν τα θρησκευτικά, η ελληνική γλώσσα, αριθμητική, καλλιγραφία και άλλες ξένες γλώσσες. Απευθυνόμενος στον λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη, αποκάλυψε τον λόγο για τον οποίο επέμενε στην ελληνική διδασκαλία σε Ελληνόπουλα του εξωτερικού λέγοντάς του ότι “από νεαρή ηλικία και για πολλά χρόνια αναθρεμμένα μακριά από την πατρίδα, θα κινδύνευαν να αποβάλουν βαθμιαία το αίσθημα των ιερότερων καθηκόντων, την χρήση της πατρικής γλώσσας και το ίδιο το εθνικό αίσθημα. Όταν θα επέστρεφαν στην πατρική εστία, έχοντας αποκτήσει εντελώς ξένους τρόπους, θα θεωρούνταν εκτοπισμένα”. Παράλληλα έθεσε σαν πρώτιστο μέλημα την αναζήτηση Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό για την επάνδρωση του κρατικού ιστού.
Στην Ελλάδα έσπευσε από την πρώτη στιγμή να χτίσει καλύβες για τους άστεγους και να ιδρύσει κεντρικό ορφανοτροφείο στην Αίγινα, το οποίο λειτούργησε ως πρότυπο αλληλοδιδακτικό σχολείο υπό την διεύθυνση του Ανδρέα Μουστοξύδη. Πολλά από τα ορφανά που φιλοξενήθηκαν τα είχε εξαγοράσει ο ίδιος με προσωπικά του χρήματα από τα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας, όπου είχαν μεταφερθεί αιχμάλωτα από τον Ιμπραήμ. Τον Μάρτιο του 1828 φρόντισε, ο ίδιος, να συντάξει και να αποστείλει οδηγίες για την λειτουργία του:
“Ο κ. Καλλέργης θα σας δώσει τα ρούχα για τα παιδιά που θα έρθουν σε σας, δηλαδή μια φουστανέλα, δυο πουκάμισα, δυο βρακιά, ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα φέσι, ένα πανωφόρι και μια ζώνη. Πριν τα ντύσετε πρέπει να κουρευτούν και να πλυθούν καλά. Πουκάμισο και βρακί να αλλάζουν κάθε οκτώ μέρες. Η υπηρέτρια θα τα πλένει. Τα πανωφόρια τους να τα αερίζουν μόνα τους καθημερινά και έπειτα να τα κρεμάνε σ’ ένα καρφί. Θα δείξετε στο καθένα πού. Τα κρεβάτια τους να είναι από άχυρο ή από αρκετά ξερά φύλλα, για προσκεφάλι τους θα έχουν μια πέτρα και για σκέπασμα το πανωφόρι. Τα πρώτα τους κουρέλια, αφού πλυθούνε, να γίνουν πακέτο και να τα φυλάξετε σ’ ένα μέρος καλά, αφού βάλετε πάνω τους τον αριθμό και το όνομα κάθε παιδιού. Να κρατήσετε λεπτομερείς σημειώσεις για όσα ρούχα θα πάρετε. Και κάθε μήνα να κάνετε έκθεση και να μου δίνετε λόγο. Παρακάτω σας γράφω για τις τιμωρίες που μπορείτε να βάζετε στα παιδιά, και για τις αμοιβές που θα τους δίνετε: Η απόδραση, η ανυπακοή, η αντίδραση και το ψέμα θα τιμωρούνται ως εξής: Την πρώτη φορά να δίνετε πολλές συμβουλές, δημόσια, μπροστά στ’ άλλα παιδιά. Τη δεύτερη φορά να μειώνετε το φαγητό στο μισό. Και την τρίτη να παίρνετε από το παιδί τα καινούρια ρούχα του και να του δίνετε τα κουρέλια που φορούσε πριν. Και να το συγχωρείτε μόνο αφού κρατήσει αυτή η τιμωρία τουλάχιστον 24 ώρες και αφού το ζητήσουν και τα υπόλοιπα παιδιά στο τμήμα του.”
Η παιδεία και η μόρφωση ήταν για τον Καποδίστρια το κλειδί της εξέλιξης και γι’ αυτό έλεγε πάντα ότι “τίποτα δεν έπρεπε να ελπίζουν οι Έλληνες από την Ευρώπη, μόνο από την εκπαίδευση μπορεί να πηγάσει η ανάσταση του έθνους”. Ίδρυσε Κεντρικό Σχολείο στην Αίγινα, Θεολογικό στον Πόρο, Στρατιωτικό στο Ναύπλιο (Σχολή Ευελπίδων), Νομικό στην Αθήνα, Εμπορικό στην Ερμούπολη και Ναυτικό στην Ύδρα και Αγροτική Σχολή στην Τίρυνθα. Για την εκπαίδευση των κοριτσιών λειτούργησε στη Σύρο, στην Τήνο και στο Ορφανοτροφείο Αιγίνης σχολείο θηλέων. Συνολικά λειτούργησαν 55 σχολεία στην Πελοπόννησο, 44 στα νησιά και 4 σε περιοχές της Στερεάς που δεν είχαν απελευθερωθεί. Καθιέρωσε την δωρεάν παιδεία, την Κυριακή και τις γιορτές ως ημέρες αργίας. Επίσης, όρισε το ωράριο λειτουργίας των σχολείων να είναι 9 με 12 το πρωί και 2 με 5 το απόγευμα, με διακοπές από 20 Ιουλίου μέχρι 1 Σεπτεμβρίου, ενώ τις ημέρες των διακοπών, εκτός από τις γιορτές, ορίστηκε να γίνεται μάθημα μόνο μέχρι το μεσημέρι. Για την σωστή λειτουργία των σχολείων έδωσε εντολή στις δημογεροντίες να αναλάβουν την συντήρηση και την εποπτεία. Ο Καποδίστριας επέμενε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με την φιλοδοξία ότι, όταν συγκεντρώνονταν οι πόροι και πληρούνταν οι προϋποθέσεις, θα ιδρυόταν και Πανεπιστημιακή Σχολή. Η σκέψη του ήταν, αν μη τι άλλο, ρεαλιστική καθώς όπως ανέφερε ο συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης: “Μωρός δε ο αρχιτέκτων ο ανεγείρων οικίαν, μεγάλην μάλιστα και πολυτελή, άνευ θεμελίων, τοιαύτην όμως μωρίαν δεν είχεν ο Κυβερνήτης. Την ανωτάτην παιδείαν και ηγάπα και ετίμα και παρεδέχετο και την επί τον νούν και την καρδίαν ευγενεστάτην επίδρασιν των αρχαίων συγγραφέων ωμολόγει είπερ τις και άλλος, διότι είπερ τις και άλλος είχε μελετήσει αυτούς”. Η αρχαιοελληνική θεώρηση της παιδείας κατά τον Καποδίστρια φαίνεται και από την παραίνεση του προς τους διδασκάλους ενημερώνοντας τους πως “η επιτροπή δεν θέλει συστήσει ουδένα εις την Κυβέρνηση ως ικανόν να διευθύνει αλληλοδιαδόχως σχολείον εάν δεν είναι ειδήμων εις την γραμματικήν και ικανός να εξηγεί στην καθομιλουμένην τον Αίσωπον, τον Ισοκράτην, τον Ξενοφώντα ευχής δε έργον να είναι ικανός να εξηγήσει και τον Όμηρον”.
![]() |
| Το ορφανοτροφείο της Αίγινας |
Η παιδεία και η μόρφωση ήταν για τον Καποδίστρια το κλειδί της εξέλιξης και γι’ αυτό έλεγε πάντα ότι “τίποτα δεν έπρεπε να ελπίζουν οι Έλληνες από την Ευρώπη, μόνο από την εκπαίδευση μπορεί να πηγάσει η ανάσταση του έθνους”. Ίδρυσε Κεντρικό Σχολείο στην Αίγινα, Θεολογικό στον Πόρο, Στρατιωτικό στο Ναύπλιο (Σχολή Ευελπίδων), Νομικό στην Αθήνα, Εμπορικό στην Ερμούπολη και Ναυτικό στην Ύδρα και Αγροτική Σχολή στην Τίρυνθα. Για την εκπαίδευση των κοριτσιών λειτούργησε στη Σύρο, στην Τήνο και στο Ορφανοτροφείο Αιγίνης σχολείο θηλέων. Συνολικά λειτούργησαν 55 σχολεία στην Πελοπόννησο, 44 στα νησιά και 4 σε περιοχές της Στερεάς που δεν είχαν απελευθερωθεί. Καθιέρωσε την δωρεάν παιδεία, την Κυριακή και τις γιορτές ως ημέρες αργίας. Επίσης, όρισε το ωράριο λειτουργίας των σχολείων να είναι 9 με 12 το πρωί και 2 με 5 το απόγευμα, με διακοπές από 20 Ιουλίου μέχρι 1 Σεπτεμβρίου, ενώ τις ημέρες των διακοπών, εκτός από τις γιορτές, ορίστηκε να γίνεται μάθημα μόνο μέχρι το μεσημέρι. Για την σωστή λειτουργία των σχολείων έδωσε εντολή στις δημογεροντίες να αναλάβουν την συντήρηση και την εποπτεία. Ο Καποδίστριας επέμενε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με την φιλοδοξία ότι, όταν συγκεντρώνονταν οι πόροι και πληρούνταν οι προϋποθέσεις, θα ιδρυόταν και Πανεπιστημιακή Σχολή. Η σκέψη του ήταν, αν μη τι άλλο, ρεαλιστική καθώς όπως ανέφερε ο συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης: “Μωρός δε ο αρχιτέκτων ο ανεγείρων οικίαν, μεγάλην μάλιστα και πολυτελή, άνευ θεμελίων, τοιαύτην όμως μωρίαν δεν είχεν ο Κυβερνήτης. Την ανωτάτην παιδείαν και ηγάπα και ετίμα και παρεδέχετο και την επί τον νούν και την καρδίαν ευγενεστάτην επίδρασιν των αρχαίων συγγραφέων ωμολόγει είπερ τις και άλλος, διότι είπερ τις και άλλος είχε μελετήσει αυτούς”. Η αρχαιοελληνική θεώρηση της παιδείας κατά τον Καποδίστρια φαίνεται και από την παραίνεση του προς τους διδασκάλους ενημερώνοντας τους πως “η επιτροπή δεν θέλει συστήσει ουδένα εις την Κυβέρνηση ως ικανόν να διευθύνει αλληλοδιαδόχως σχολείον εάν δεν είναι ειδήμων εις την γραμματικήν και ικανός να εξηγεί στην καθομιλουμένην τον Αίσωπον, τον Ισοκράτην, τον Ξενοφώντα ευχής δε έργον να είναι ικανός να εξηγήσει και τον Όμηρον”.
Σε επιστολή του προς τον κύριο Αβράμιο από το Ζυγοβίστι, στις 17 Απριλίου του 1828 εκφράζει την ευγνωμοσύνη του και αφήνει να φανούν τα ανόθευτα φιλολαϊκά αισθήματα, από τα οποία εμφορούταν. Από την άλλη, την προσπάθεια ενός καταρρακωμένου λαού και την θέληση του που τρεφόταν από τον κυβερνήτη, και τον έτρεφε:
“Σας είδα χθες ανάμεσα στους μαθητές του αλληλοδιδακτικού σχολείου και συγκινήθηκα βαθιά όταν έμαθα ότι παρακολουθείτε εδώ και κάποιο διάστημα τη διδασκαλία σε αυτό, προκειμένου να αποκτήσετε την αναγκαία κατάρτιση, ώστε στην συνέχεια να συστήσετε και να διευθύνετε παρόμοιο σχολείο και στην πόλη σας, η οποία έχει την χαρά να είστε ένας από τους κατοίκους της. Γενναία και, πράγματι, γεμάτη αγάπη για την πατρίδα η διάθεση σας, η οποία όχι μόνον τιμά κάθε πολίτη που συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά πολύ περισσότερο τιμά έναν εκκλησιαστικό άντρα, ο οποίος, επειδή βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία θα μπορούσε να θεωρήσει πιο άκαιρο να διδάσκεται από το να αναλάβει ο ίδιος την διδασκαλία της νεότερης γενιάς. Γι αυτό σας παρακαλώ, όταν φτάσει ο καιρός να φύγετε από το σχολείο, κάνετε τον κόπο να με βρείτε, και εγώ θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να σας κάνω ευκολότερη την εκπλήρωση του ωφέλιμου σκοπού που έχετε θέσει.”
Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Καποδίστρια, ιδρύθηκαν και τα πρώτα νοσοκομεία και ταχυδρομεία. Επίσης, τον Οκτώβριο του 1829, με το διάταγμα 49 της τέταρτης εθνοσυνέλευσης ιδρύθηκε στην Αίγινα το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο, με στόχο να εμπλουτιστεί “από τα πολύτιμα λείψανα της αρχαιότητας, όσα περιέχει το τιμημένο έδαφος της Ελλάδας”, όπως έγραφε ο κυβερνήτης που επιμελήθηκε την σύνταξη οδηγιών για την συγκέντρωση των αρχαιοτήτων.
ΟΙ ΑΝΤΙΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΙ ΜΕΘΟΔΕΥΟΥΝ ΤΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ
Ο Νικόλαος Δραγούμης θυμόταν για τον Καποδίστρια, πως “εκείνος ήταν πολύ δραστήριος. Έτσι, μέσα σε είκοσι μέρες από την άφιξή, πήρε μέτρα για τη ναυτιλία επειδή είχε αυξηθεί η πειρατεία, ίδρυσε χρηματιστική τράπεζα, διαίρεσε το στρατό σε χιλιαρχίες, έφτιαξε μια επιτροπή από ανώτερους κληρικούς για να ρυθμίσουν τα σχετικά με την Εκκλησία, και για να βοηθήσει τους φτωχούς, αφού δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα, φρόντισε να καλλιεργηθούν πατάτες, για πρώτη φορά στην Ανατολή. Και νοιαζόταν μόνος του για όλα, κοπιάζοντας νύχτα μέρα”.
Ο κυβερνήτης, σε επιστολή του προς τον Ανδρέα Μουστοξύδη, στις 8 Μαΐου του 1828, όταν είχε ξεσπάσει η επιδημία της πανώλης και εν μέσω των εκκαθαριστικών κινήσεων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέφερε ότι:
“Από τις πέντε τα χαράματα μέχρι τις δέκα το βράδυ, ξεκουράζομαι ελάχιστα. Πριν από λίγες μέρες σου έγραψα από το Ναύπλιο, έπειτα πήγα στην Ύδρα και στις Σπέτσες, όπου είχε εμφανιστεί πανώλη. Τώρα βρίσκομαι εδώ, στρατοπεδευμένος στην θάλασσα, για να έχω ίση απόσταση με την πόλη και για να επικοινωνώ για τα τρέχοντα θέματα και με τα διάφορα πλοία των συμμαχικών δυνάμεων τα οποία περνούν. Τι ζωή, αγαπητέ μου και η δική μου! Πόσες πολλές δυσκολίες με περιτριγυρίζουν από παντού και με πιέζουν. Μακριά όμως, πραγματικά πολύ μακριά, είμαι από την λησμονιά. Ο Θεός είναι με το μέρος της Ελλάδας και αυτή θα σωθεί. Από μια τέτοια πεποίθηση αντλώ όλες μου τις δυνάμεις και όλα τα μέσα. Η υγεία μου είναι καλή.”
Ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας και τις δυνατότητες της ελληνικής γης και την ώθηση που θα μπορούσαν να δώσουν στην εγχώρια οικονομία, έδωσε μεγάλη βαρύτητα στις καλλιέργειες. Μαζί με την δημιουργία γεωργικών σχολών, άνθισαν και οι καλλιέργειες σε όλη την Ελλάδα, με τον Καποδίστρια να προωθεί ανελλιπώς την καλλιέργεια της πατάτας, του σιταριού, της σταφίδας, του καλαμποκιού και άλλων προϊόντων, αλλά και την εκτροφή μεταξοσκώληκα. Είναι χαρακτηριστική η ιστορία με την διάδοση καλλιέργειας της πατάτας, την οποία εισήγαγε πρώτος ο Καποδίστριας, που έδινε ιδιαίτερη βάση στην ανάπτυξη της γεωργίας σε μια χώρα που κάλυπτε όλες τις σχετικές προϋποθέσεις. Προσπαθώντας να μοιράσει πατάτες στους χωρικούς, έβλεπε ότι τις πετούσαν. Γνωρίζοντας την ψυχοσύνθεση των συμπατριωτών, του περιέφραξε το μέρος όπου ήταν αποθηκευμένες οι πατάτες κι έβαλε φύλακες, συμβουλεύοντάς τους να κάνουν τα στραβά μάτια. Σύντομα, όλες οι πατάτες είχαν εξαφανιστεί. Σε επιστολή του προς τον Εϋνάρδο, τον Απρίλιο του 1828, εξέφραζε την ικανοποίηση του λέγοντας πως “οι πατάτες του Λίβερπουλ θα θρέψουν τις επαρχίες της Μεσσηνίας, οι οποίες αφανίζονται από την πείνα, καθώς και χιλιάδες άλλων δύστυχων, οι οποίοι ζουν χάρη στις ελεημοσύνες που μου έχουν εμπιστευτεί. Θεωρώ, λοιπόν, ότι μόλις σταθεροποιηθεί η ασφάλεια στο εξωτερικό και το εσωτερικό της χώρας, η Πελοπόννησος μπορεί να θρέψει και να αποφέρει πλούτο σε 50 ή και σε 100 χιλιάδες γεωργούς και εργάτες διαφόρων ειδικοτήτων”.
Ένας από τους βασικούς λόγους ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας ήταν ή χρηματοδότηση των κτημάτων, για την ίση κατανομή και διανομή της γης σε όλους τους πολίτες. Αυτό θα οδηγούσε την ελληνική οικονομία στα πρώτα της βήματα και θα έβαζε τα θεμέλια για μια κοινωνία ευημερούσα, η οποία θα αποτίνασε τα δεσμά του χρέους, με άμεσο αποτέλεσμα την εθνική της αυτοδιάθεση.
Δεν είχαν όλοι όμως οι πολιτικοί την ίδια αφιλοκερδή, αλτρουιστική και, εν τέλει, πατριωτική αντίληψη. Η ιδέα της αναδιανομής της γης κακοφάνηκε σε κάποιους προνομιούχους και επιφανείς μεγαλοτσιφλικάδες. Η οικογένεια Κουντουριώτη ήταν ένας τέτοιος παράγοντας. Αφορμή για την ρήξη και την ενδυνάμωση της αντιπολίτευσης, που έτρεφε και τρεφόταν από τον ξένο παράγοντα, στάθηκε, μεταξύ άλλων, και το γεγονός ότι ο νέος κυβερνήτης επέτρεψε σε φτωχούς και χήρες να καλλιεργήσουν σε εκτάσεις της οικογένειας Κουντουριώτη, χωρίς να δοθεί ικανοποιητικό ποσό για αποζημίωση στην οικογένεια, της οποίας η περιουσία της ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα είχε επιβληθεί βαριά φορολογία στις μεγάλες περιουσίες. Παρόλα αυτά, η οικογένεια έλαβε ένα μέρος των αποζημιώσεων, ενώ ο κυβερνήτης τούς διαβεβαίωνε ότι, όταν η Ελλάδα θα άρχιζε να στέκεται στα δικά της πόδια, θα αποζημιώνονταν περεταίρω. Οι μεγαλοτσιφλικάδες και οι καραβοκύρηδες βρήκαν τότε την ευκαιρία να τον κατηγορήσουν για αυταρχική και αυθαίρετη πολιτική. Η ευκατάστατη οικογένεια Κουντουριώτη, με πρωτοστάτη τον Γεώργιο Κουντουριώτη, δεύτερο πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης της Ελλάδας από το 1824 μέχρι το 1826, είχε οικειοποιηθεί τεράστια ποσά από τα “δάνεια της ανεξαρτησίας” που υπογράφτηκαν στην Αγγλία, υποθηκεύοντας την ελληνική γη και φορτώνοντας το βάρος της αποπληρωμής των δανείων στην πλάτη του λαού. Χαρακτηριστικά, από το συνολικό ποσό των 2.800.000 λιρών στο οποίο ανέρχονταν τα δυο δάνεια που σύναψαν οι προσωρινές κυβερνήσεις, στα χέρια των Ελλήνων έφτασαν μόνον οι 540.000, και αυτές με τόκο 26% επί της ονομαστικής αξίας του δανείου! Ένας από τους διαμεσολαβητές στην επίτευξη των συμφωνιών για τα δάνεια ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης, αδερφός του Γεώργιου, μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Η περιουσία της οικογένειας ενισχύθηκε και από πλιατσικολογήματα κατά την διάρκεια της επανάστασης.
Ο Καποδίστριας γνωρίζοντας την αδηφάγο φύση των συγκεκριμένων ατόμων, ήταν αμείλικτος απέναντι τους. Ο Γεώργιος Τερτσέτης αναφέρει το παρακάτω περιστατικό, με πρωταγωνιστές τον κυβερνήτη και κάποιους γερουσιαστές:
![]() |
| Γεώργιος και Λάζαρος Κουντουριώτης |
Ο Καποδίστριας γνωρίζοντας την αδηφάγο φύση των συγκεκριμένων ατόμων, ήταν αμείλικτος απέναντι τους. Ο Γεώργιος Τερτσέτης αναφέρει το παρακάτω περιστατικό, με πρωταγωνιστές τον κυβερνήτη και κάποιους γερουσιαστές:
“Ο Κυβερνήτης προσεκάλεσε διάφορους γερουσιαστές μέσα Ιουλίου του 1831 δια να τους παρακινήσει να φέρουν εις τέλος μερικά νομοσχέδια, τα οποία τους είχε υποβάλει, μεταξύ των οποίων και το περί διανομής γης. Εκρατούσε εις το χέρι μίαν εφημερίδα ξένην και είπε: ’'Ένα άρθρον περί Βολιβάρ μου έδωκεν αιτίαν να σας κράξω. Οκνεύετε εις το νομοσχέδιον περί διανομής της γης, διότι δεν θέλετε την διανομήν, όπως την έχω, διότι δεν αγαπάτε την ισότητα. Θέλετε η διανομή να κατεβαίνει από τους μεγάλους εις τους μικρούς ενώ το σχέδιο μου αποβλέπει τώρα εις τους μικρούς. Θα έρθει και η δική σας αράδα. Ενεργείτε, ενεργείτε, ενεργείτε όσο είμαι ακόμα ζωντανός. Ημπορεί μια μέρα και να με βρείτε κρύο κουφάρι. Θα έρθει άλλος με τον οποίον δεν θα έχετε την ευκολίαν να εξηγήσθε καθώς με εμένα. Εις αυτόν θέλω να σας παραδώσω ως ελεύθερα και λογικά όντα. Ωφεληθείτε από τον καιρόν.”
Το θέμα της αναδιανομής της γης πυροδότησε ραγδαίες εξελίξεις και οδήγησε σε νέο εμφύλιο την χώρα. Το κέντρο της αντιπολιτευτικής γραμμής, κάθε άλλο παρά τυχαία, αποτέλεσε η Ύδρα μαζί με τα δορυφορικά της σημεία. Εκεί είχε μαζευτεί όλη η αγγλόφιλη κάστα, με μπροστάρη τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Διότι, το πραγματικό άντρο των πρακτόρων εκεί βρισκόταν και η διαπλοκή του με τον ξένο παράγοντα προσιδίαζε σε μια σχέση ζωτικού επιπέδου.
Όπως γράφει ο Βασίλης Ραφαηλίδης:
“Οι πιο ισχυρές, και από οικονομικής και από πολιτικής απόψεως, οικογένειες, που υπήρχαν στην Ελλάδα και πριν και κατά και μετά την Επανάσταση, ήταν αυτές των Κουντουριωτών και Μιαούληδων της Ύδρας. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, πανίσχυρος εφοπλιστής διέθεσε τα ¾ της περιουσίας του υπέρ του αγώνα και έγινε αυτομάτως ήρωας, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο. Όμως το ¼ που κράτησε για τον εαυτό του ήταν τόσο μεγάλο σε απόλυτους αριθμούς, που έφτανε και περίσσευε για να ελέγχει τα πράγματα στην Ελλάδα, μετά την Επανάσταση. Ο ίδιος ήταν κατηγορηματικά κατά της κήρυξης της Επανάστασης. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την περιουσία του. Όταν, όμως, αυτή εξερράγη θα ήταν αδύνατο πια να πάει με την μεριά των Τούρκων ή να μείνει ουδέτερος, γιατί και στις δυο περιπτώσεις θα του άρπαζαν την περιουσία οι εξεγερμένοι και λιμοκτονούντες Έλληνες. Κι έτσι, έγινε ήρωας κατά λάθος, όπως τόσοι και τόσοι σε αυτόν τον τόπο. Αν ο Λάζαρος ήταν ο οικονομικός εγκέφαλος της οικογένειας, ο μικρότερος αδερφός του Γεώργιος ήταν ο πολιτικός εγκέφαλος. Έτσι, οι Κουντουριώτηδες ήλεγχαν την κατάσταση απ’ όλες τις μεριές, κι ονειρεύονταν τους εαυτούς τους μετά την επανάσταση άρχοντες, όχι μόνο της μικρής Ύδρας, αλλά ολόκληρης της Ελλάδας.”
Η τροπή που έπαιρνε η διακυβέρνηση στην Ελλάδα μετά την έλευση του Καποδίστρια θα τίναζε στον αέρα τα συμφέροντα της οικογένειας των νησιωτών αρχόντων. Δεν δίστασαν να λειτουργήσουν διαλυτικά, διαβάλλοντας την κυβέρνηση ως επίσημοι αντιπρόσωποί της. Ο λόγος ήταν ότι διέβλεπαν τον κίνδυνο εγκαθίδρυσης δημοκρατικού τύπου πολιτεύματος, με τον “ραγιά” να παίρνει μέρος στα κοινά και να ελέγχει την δικαιοσύνη. Ο Μαυροκορδάτος, αφού εγκαταστάθηκε στην Ύδρα, φρόντισε - πάντα με την στήριξη της Αγγλίας - να ξεκινήσει νέο διαβρωτικό έργο για το έθνος. Την αντικυβερνητική προπαγάνδα ενδυνάμωσε και μια μερίδα του Τύπου, πρωτοστατούσης της υδραϊκής εφημερίδας “Απόλλων”. Με φιλελεύθερες προφάσεις και σημαία την λογοκρισία που επέβαλε εκείνο το διάστημα ο Καποδίστριας, ο Μαυροκορδάτος επηρέασε ένα κομμάτι των δημοσιογράφων, που όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης:“Εκακοφάνηκε και μερικών λογιωτάτων δια την ελευθερίαν της εφημερίδας”. Σε γράμμα του προς τον Γεώργιο Κουντουριώτη, τον Νοέμβριο του 1828, ο Καποδίστριας εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά του για τις προβοκατόρικες κινήσεις των Υδραίων να διεμβολίσουν τα χωριά της Πελοποννήσου, διαμορφώνοντας αντικυβερνητικό κλίμα:
“Σας είπα από κοντά και εγγράφως σας επαναλαμβάνω πόση λύπη μου προξενούν οι πληροφορίες, τις οποίες λαμβάνω από παντού για την διαγωγή των απεσταλμένων σας επιτρόπων στην Πελοπόννησο από τους συνέδρους του Πανελληνίου που είναι επιφορτισμένοι με την συλλογή καταστατικών ειδήσεων. Αυτοί οι επίτροποι, όταν έφτασαν στις περιοχές της Αργολίδας, της Αχαΐας και της Κάτω Μεσσηνίας, αντί να συλλέξουν καταστατικές ειδήσεις προσκάλεσαν με το καλό αμέσως τους δημογέροντες και τους όρκισαν να κρατήσουν μυστικές τις δήθεν πατριωτικές εκμυστηρεύσεις, που επρόκειτο να τους κάνουν. Τους εξέθεσαν τον δεσποτικό, όπως έλεγαν, τρόπο με τον οποίο πολιτευόταν η κυβέρνηση, που σκοπεύει να αρπάξει από τον λαό και τους προκρίτους τα δικαιώματα και τα προνόμια (σ. πόσο θράσος, να προφασίζονται σκοπίμως την εναρμόνιση των δικαιωμάτων του λαού με τα δικά τους, εκείνοι οι προνομιούχοι που πριν την επανάσταση φοβούνταν μην σηκώσει κεφάλι ο "ραγιάς”). Πρέπει να συγκεντρωθούν επιμελώς όλα τα παράπονα - όσα οι κοινότητες έχουν εναντίον τους – και στον κατάλληλο τόπο και χρόνο να τα εκφράσουν με επίσημες αναφορές των δημογεροντιών προς την ίδια την κυβέρνηση. Έλεγαν επίσης ότι οι δημογεροντίες πρέπει να ζητήσουν ελάφρυνση φόρων ή κάποια ανακούφιση και μισθό γι αυτές.
Διέδωσαν μάλιστα φιλοτίμως και την φήμη ότι οι καταστατικές έρευνες της κυβέρνησης αποβλέπουν στο να δοθούν οι εθνικές γαίες στους ξένους Με λίγα λόγια, ότι με τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύεται η κυβέρνηση τείνει στην εξασφάλιση απεριόριστης και επιζήμιας εξουσίας.
Εγώ δεν μπορώ να πιστέψω ότι η επιτροπή έφτασε σε τέτοιο βαθμό παραφροσύνης και πολύ περισσότερο ότι έλαβε από κάπου τέτοιες κακές οδηγίες. Αλλά όμως ενυπάρχει και κάτι αληθινό σε αυτά. Διότι πως θα έρχονταν χωρίς κανένα λόγο καλοί και έντιμοι χωρικοί να μου μιλήσουν με όλη τους την καρδιά γι αυτά και να μου μεταφέρουν τα παράπονα τους εξαιτίας της ανησυχίας που ενσπείρουν κάποιοι μεταξύ τους; Αν αυτές οι πληροφορίες κατέφθαναν σε εμένα από μια μόνο περιοχή, θα μπορούσα να υποθέσω ότι προήλθαν από τον τοπικό αντιφατριασμό, αλλά, όπως σας είπα, τις λαμβάνω από παντού;“
![]() |
| Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος |
Ο ΞΕΝΟΣ ΔΑΚΤΥΛΟΣ
Τον Ιούλιο του 1830, με επιστολή του στον Μιχαήλ Σούτσο, αντιπρόσωπο της Ελλάδας στη Γαλλία, ο Καποδίστριας έγραφε ότι "επιθυμώ να προφυλάξω - όσο μπορώ – την δυτική Ελλάδα από τις πράξεις και τους στόχους του στρατηγού Τσωρτς και των ελάχιστων ξένων και Ελλήνων που ραδιουργούν μαζί του. Ο στρατηγός, όπως φαίνεται, αποφάσισε ύστερα από μυστικές διαβουλεύσεις να πρωτοστατήσει σε αυτό τον αγώνα”. Ο Άγγλος στρατηγός Ρίτσαρντ Τσωρτς είχε έλθει κατά το παρελθόν αρκετές φορές σε αντιπαράθεση και με τον μεγάλο οπλαρχηγό Γεώργιο Καραϊσκάκη, λειτουργώντας παρασκηνιακά. Με απόρρητη επιστολή του προς τους έκτακτους επιτρόπους του Αιγαίου ήδη από τον Μάιο του 1828, ο Καποδίστριας προειδοποιούσε για την παρουσία επιτρόπων που είχαν άμεση επαφή και στήριξη από τον ξένο παράγοντα, ο οποίος φρόντιζε για την πολιτική τους επιβίωση.
“Κατά την περίοδο της τουρκικής τυραννίας πολλοί από τους πολίτες των ελληνικών νησιών τέθηκαν στην προστασία των ξένων δυνάμεων και βρίσκονταν σε μια σχετικά καλή κατάσταση. Αυτό συμβαίνει και σήμερα και κάποιοι Έλληνες νησιώτες κατέχουν επίσης κατώτερους τίτλους αντιπροσώπων μεσολαβητών στα προξενεία ή είναι πελάτες της μιας ή της άλλης ευρωπαϊκής δύναμης. Ως πολίτες του τόπου οφείλουν να υπακούν στους νόμους. Ως ξένοι υπήκοοι απαξιώνουν την υποχρέωση τους αυτή κάνοντας κατάχρηση των δικαιωμάτων τους που δεν είναι ανεκτή. Οι έκτακτοι επίτροποι οφείλουν να τους καλούν κοντά τους και να τους βάζουν να λογοδοτήσουν καθαρά και νόμιμα, κρατώντας πρωτόκολλο για τις εξηγήσεις.”
Αλλά και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, από τους πρώτους Φιλικούς, επίτροπος Ηλείας στα χρόνια του Καποδίστρια, σε επιστολή του προς τον κυβερνήτη, στις 15 Δεκεμβρίου του 1829, έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για ύποπτες αντικυβερνητικές ομάδες που δρούσαν σε περιοχές της Πελοποννήσου υπό την αγγλική επιρροή:
“Ο Πασχαλίγκος (σ. Άγγλος αντιπρόξενος στην Ηλεία) έλαβε πρό τινων ημερών επιστολήν τινά αξιωματικών εξ Αγγλίας, ειδοποιητικήν των πιστών του και πολυειδών εκδουλεύσεων. Του προσδιορίζονται εκ της βασιλικής Αυλής του δια μισθόν ενιαύσιον δίστηλα χίλια και διακοσίας λίρας στερλίνας δι αποζημίωσιν εξόδων του. Λέγει πολλά και μαινόμενος κατά καθεστώτων και κατά της σεβαστής Κυβερνήσεως.”
Ενώ ο επίτροπος Αργολίδας Κωνσταντίνος Ράδος, σε επιστολή του προς τον Κυβερνήτη, από το Ναύπλιο, στις 30 Δεκεμβρίου 1829. τον ενημέρωνε σχετικά με προβοκατόρικες ενέργειες δολιοφθοράς των ξένων και κυρίως του Άγγλου συνταγματάρχη Τόμας Γκόρντον:
“Διάφοροι ξένοι περιφερόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας τον κράτους και συχνά μεταβαίνοντες από Αίγιναν εις Άργος και Ναύπλιον και ενταύθα εις τα εκείσε, κοινολογούν ακαταπαύστως τόσους δημεγερτικούς λόγους και πλαστάς ειδήσεις, ώστε είναι απορίας άξιον, πώς μέχρι τούδε το αποτέλεσμά των δεν διέγειρε τους λαούς εις παντελή απειθαρχίαν διότι σιμά εις τας αποτροπαίους φλυαρίας των κατά των καθεστώτων, ότι είναι παράνομα, κηρύττουν, υπό το πρόσχημα θετικών ειδήσεων εις τας συναναστροφάς των, και δια των ομοφρονούντων των προς απαντάς, ότι η Κυβέρνησίς μας είναι αποδεδοκιμασμένη από τας τρεις συμμάχους δυνάμεις και ότι τούτου ένεκα εδιώρισαν (οι ξένες δυνάμεις) άλλην αρχήν δια να δώσει και σύνταγμα εις την Ελλάδα, το οποίον της αφαίρεσεν η καθεστώτα αρχή και άλλα παρόμοια ανατρεπτικά της ησυχίας κακοβούλως διασπέρνουν.”
Ο πολέμιος του Κολοκοτρώνη, κοτζαμπάσης της Πελοποννήσου κι έπειτα πολιτικός, Κανέλλος Δεληγιάννης, γράφει στα απομνημονεύματά του για την έντονη δυσφορία των προεστών απέναντι στον Καποδίστρια το διάστημα εκείνο:
“Βλέποντες λοιπόν οι πρόκριτοι καί οι νυκοκυραίοι της Πελοποννήσου αυτάς τας στυγεράς και αυθαιρέτους πράξεις και παραβάσεις, άπελπίσθησαν άπαντες και ήρχισαν να σκέπτονται σοβαρώς και σπουδαίως με ποίον τρόπον ήδύναντο να σώσουν τον εαυτόν τους και την πατρίδα από έναν τοιούτον επίβουλον τυραννίσκον και συνυπακουσθέντες με τους προκρίτους της Ύδρας, μερικών άλλων νήσων και τίνων Ρουμελιωτών, ενέκριναν εκ συμφώνου να απέλθουν εις την Ύδραν να συσσωματωθούν δια να λάβουν εν μέτρον να αναχαιτίσουν τας ακράτητους παραφοράς αυτού του απονενοημένου τυραννίσκου και να τον περιστείλουν πολιτικώς και συστηματικώς εις τα καθήκοντα του.”
Προς μεγάλη λύπη των προεστών, όταν στην Εθνοσυνέλευση του Άργους τέθηκαν οι βάσεις για την δημιουργία συντάγματος, ο Καποδίστριας θέλοντας να καλύψει κρατικά και κοινωνικά κενά που θα άφηναν περιθώρια καταστρατήγησης του, δεν προχώρησε άμεσα στην δημιουργία του. Όπως έλεγε σε μια επιστολή του προς τον κόμη Πάνιν: “Αποβλέπω στο να προστατέψω την Ελλάδα από το να υποστεί ό,τι έπαθαν οι άλλοι τόποι, περισσότερο δε οι κατακτημένοι”. Βρίσκοντας την ευκαιρία οι αντικαποδιστριακοί, φρόντισαν, το 1831, να προκαλέσουν αναταραχές για να διαμορφώσουν κλίμα. Ο ξένος παράγοντας (κυρίως ο αγγλικός, αλλά και ο γαλλικός) βέβαια, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τροπή των γεγονότων, σαν υποστηρικτής των ντόπιων συμφερόντων, τα οποία με την σειρά τους ανταπέδιδαν τις υπηρεσίες. Όπως έγραφε ο Καποδίστριας στον Μιχαήλ Σούτσο, στο Παρίσι:
“Η πραγματική επιθυμία των ανθρώπων του Μαυρομιχάλη είναι να λεηλατούν τις γειτονικές επαρχίες, και προπάντων τον Μυστρά και την Καλαμάτα, ενώ του υδραίικου λαού είναι οι μισθοί και τα χρήματα. Οι πρόκριτοι και των δυο, διψώντας για δύναμη, ελπίζουν να την απολαύσουν με συνταγματική μεταρρύθμιση, όπως τους βεβαιώνουν οι υπαίτιοι του κακού κρατώντας στα χέρια τους τα γράμματα που συχνά λαμβάνουν από αδελφούς και φίλους από το εξωτερικό.”
Τον Φεβρουάριο ξεσπάει αντικυβερνητικό κίνημα στην Μάνη, υποκινούμενο από τον Τζανή Μαυρομιχάλη, με πρόφαση την δημιουργία συντάγματος και βαθύτερο κίνητρο την απέχθεια για την πολιτική του κυβερνήτη που έθιγε τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της οικογένειας των τοπαρχών. Τον Ιούνιο του 1828, ο Καποδίστριας απέλυσε τον Ιωάννη Μαυρομιχάλη από το πόστο του φρούραρχου Μονεμβασιάς, ενώ οι σύμβουλοι του όρισαν νομάρχη Καλαμάτας τον Ιωάννη Γενοβέλη και τοπάρχη της Μάνης τον Αναστάσιο Κορνήλιο. Και οι δυο ήταν αντίζηλοι της οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων. Στο Ναύπλιο, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ζητάει την άδεια να μεταβεί στην Μάνη για να διευθετήσει, όπως έλεγε, το θέμα με τον αδερφό του. Ο κυβερνήτης, λόγω της τεταμένης κατάστασης στα δυο κεντρικά αντικυβερνητικά μέτωπα, την Ύδρα και την Μάνη, δίνει εντολή να τον κλείσουν στην Ακροναυπλία. Στην διαδρομή για τις φυλακές, ο τοπάρχης της Μάνης χλευάστηκε από το πλήθος. Αυτό κόστισε πολύ στην οικογένεια και στάθηκε η αφορμή, αλλά όχι η αιτία, για πιο αδυσώπητη στάση απέναντι στον κυβερνήτη, ένα είδος βεντέτας. Την ίδια στιγμή στην Μάνη, τα κυβερνητικά στρατεύματα απωθούν τους στασιαστές. Το κίνημα δεν είχε την αποδοχή της πλειοψηφίας των κατοίκων. Αντιθέτως, λόγω της μικρής συμμετοχής απομονώθηκε γρήγορα.
![]() |
| Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης |
Τον Φεβρουάριο ξεσπάει αντικυβερνητικό κίνημα στην Μάνη, υποκινούμενο από τον Τζανή Μαυρομιχάλη, με πρόφαση την δημιουργία συντάγματος και βαθύτερο κίνητρο την απέχθεια για την πολιτική του κυβερνήτη που έθιγε τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της οικογένειας των τοπαρχών. Τον Ιούνιο του 1828, ο Καποδίστριας απέλυσε τον Ιωάννη Μαυρομιχάλη από το πόστο του φρούραρχου Μονεμβασιάς, ενώ οι σύμβουλοι του όρισαν νομάρχη Καλαμάτας τον Ιωάννη Γενοβέλη και τοπάρχη της Μάνης τον Αναστάσιο Κορνήλιο. Και οι δυο ήταν αντίζηλοι της οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων. Στο Ναύπλιο, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ζητάει την άδεια να μεταβεί στην Μάνη για να διευθετήσει, όπως έλεγε, το θέμα με τον αδερφό του. Ο κυβερνήτης, λόγω της τεταμένης κατάστασης στα δυο κεντρικά αντικυβερνητικά μέτωπα, την Ύδρα και την Μάνη, δίνει εντολή να τον κλείσουν στην Ακροναυπλία. Στην διαδρομή για τις φυλακές, ο τοπάρχης της Μάνης χλευάστηκε από το πλήθος. Αυτό κόστισε πολύ στην οικογένεια και στάθηκε η αφορμή, αλλά όχι η αιτία, για πιο αδυσώπητη στάση απέναντι στον κυβερνήτη, ένα είδος βεντέτας. Την ίδια στιγμή στην Μάνη, τα κυβερνητικά στρατεύματα απωθούν τους στασιαστές. Το κίνημα δεν είχε την αποδοχή της πλειοψηφίας των κατοίκων. Αντιθέτως, λόγω της μικρής συμμετοχής απομονώθηκε γρήγορα.
Με επιστολή του προς τον προύχοντα της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, στις 26 Οκτωβρίου 1828, ο Καποδίστριας ανακοινώνει την απόφασή του να λάβει μέτρα εναντίον του γιού του, ο οποίος διορίσθηκε ταμίας και συλλέκτης των φόρων από την τοπική επιτροπή έχοντας καταχραστεί, πολλές φορές στο παρελθόν, δημόσιο χρήμα:
“Ανέβαλα να απαντήσω στα δυο σας γράμματα στις 18 και στις 22 του μηνός, διότι ήθελα να δω πρώτα τον έμπιστο άνθρωπο σας. Αλλά αυτός δεν μου είπε τίποτα περισσότερο από όσα ήξερα. Ούτε απάντηση μπόρεσε να μου δώσει ικανοποιητική, για όσα του είπα για την παράξενη διαγωγή του γιού σας, ο οποίος συγκεντρώνει τα δημόσια έσοδα ως ενοικιαστής, ενώ χρωστάει 60.000 γρόσια και περισσότερα. Μάλιστα, δεν πληρώνει αλλά λέει στους επιτρόπους ότι εσείς θα δώσετε εξηγήσεις στην επιτροπή της οικονομίας. Το ότι τολμούσαν να δίνουν παρόμοιες απαντήσεις σε άλλες εποχές το καταλαβαίνω. Αλλά να το αποτολμούν και σήμερα, απορώ και θλίβομαι γι αυτό. Προσμένω τις διασαφηνίσεις γι αυτό από την επιτροπή επί της οικονομίας και, μην μπορώντας να αφήσω έτσι την υπόθεση, σας λέω εκ των προτέρων ότι θα αποφασίσω γι αυτή, αποβλέποντας μόνο στο συμφέρον του Δημοσίου.”
Λίγες μέρες μετά τη στάση στη Μάνη, ξεσπάει κίνημα στην Ύδρα, με ηθικούς αυτουργούς την οικογένεια Κουντουριώτη και βασικό εκτελεστή του εγχειρήματος τον Μιαούλη. Οι Κουντουριώτηδες, εν μέσω μιας προσπάθειας για την εθνική ανοικοδόμηση, ζητούσαν επανειλημμένως από τον κυβερνήτη αποζημιώσεις για τα χρήματα που είχαν ρίξει στην επανάσταση. Εκείνος το καθυστερούσε, λέγοντας τους πως, όταν ορθοποδήσει η πατρίδα, θα πάρουν τις αποζημιώσεις τους. Με πρόφαση το σύνταγμα λοιπόν, ξεσηκώθηκε και η Ύδρα. Βλέποντας οι κοτζαμπάσηδες των νησιών ότι ο κυβερνήτης ετοιμάζει τον στόλο για αποκλεισμό της Ύδρας, στέλνουν τον Μιαούλη, ο οποίος φθάνει στον ναύσταθμο του Πόρου. Βάζει φωτιά και πυρπολεί τρία καράβια του εθνικού στόλου. “Υποπτεύονταν η Αγγλία να μη γένωμεν κ’ εμείς θαλασσοδύναμη και με την ευχαρίστησιν του Εκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου και συντροφιάς τάκαψαν και τελειώσαμεν κι από αυτά”, όπως έλεγε κι ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του. Ο διοικητής του Πόρου, Νικόλαος Γκίκας, σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια, λίγες μέρες πριν, στις 22 Ιουλίου, τον ενημέρωνε ότι“ο Μιαούλης συνέρχεται συνεχώς μετά των προκρίτων του Πόρου και τους διδάσκει εις την γλώσσαν των. Κηρύττεται δε αναφανδόν ότι αι δύο άλλαι δυνάμεις (Αγγλία και Γαλλία) υπερασπίζονται τους επαναστάτας και η Κυβέρνησις κοπιάζει εις μάτην με τους Ρώσους”. Η κυβέρνηση είχε ζητήσει στήριξη από τις μεγάλες δυνάμεις, όμως καμία, πλην της Ρωσίας, δεν ανταποκρίθηκε. Ο Καποδίστριας, σε επιστολή του προς τον Εϋνάρδο παρατήρησε ότι “οι ναύαρχοι και οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Αγγλίας δείχνουν φιλίαν προς τους ανθρώπους της Ύδρας”.
Ο Κολοκοτρώνης, που ανέλαβε την επιχείρηση στην Μάνη, εξιστορεί τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1831:
“Τα ψηφίσματα της συνελεύσεως εις το Άργος έβαλαν βάσεις συνταγματικής κυβερνήσεως. Αφού εκλέχθη η Γερουσία εσύστησε ο Κυβερνήτης και επιτροπή δια να ετοιμάση σύνταγμα. Μερικοί προύχοντες εδυσαρεστήθηκαν. Κοντά εις αυτούς οι Υδραίοι, διατί δεν τους έδιδε ο Κυβερνήτης ευθύςτα όσα είχαν εξοδεύσει εις την επανάστασιν. Εζήτησαν σύνταγμα, και έτσι οι προύχοντες οι παραπονεμένοι, ενωμένοι με τους Υδραίους και άλλους δυσαρεστημένους, έβγαλαν εμπροστά δια πρόφασιν το σύνταγμα. Ημπορεί μεταξύ των προκομένων να επίστευαν ότι είναι καλό το σύνταγμα δια να έμβη εις ενέργεια ευθύς, πλην οι κοτσαμπάσηδες και μερικοί άλλοι το μεταχειρίσθησαν ως πρόσχημα. Εμβήκε μέσα και ξένος δάκτυλος και ερέθιζε τα πράγματα.
Έβγαλαν κλέφταις, επήγα, ησύχασα τον τόπο. Έστειλαν οι Υδραίοι να αποστατήσουν τα νησιά, εστάθηκαν υποχρεωμένοι να γυρίσουν οπίσω εις την Ύδραν. Υποπτευόμενοι οι Υδραίοι δια να μην ετοιμάση την φρεγάδα την "Ελλάδα” ο Κυβερνήτης εναντίον των Υδραίων, έστειλαν τον Μιαούλην και την έκαψε, έκαψε και άλλα δυο καράβια, έβαλε φωτιά εις τον Ναύσταθμον εις το Βαπόρι, πλην εκατέφθασαν άνθρωποι της Κυβερνήσεως και την έσβησαν. Ο Μιαούλης με αυτό το κάμωμα αμαύρωσε την υπόληψιν του, διότι έως τότε ο Μιαούλης δεν είχε ανακατευθή εις κανένα εσωτερικό, και ήτον η υπόληψις του καθαρή. Τα καράβια ήτον ιδιοκτησία του έθνους, και όχι του Καποδίστρια. Εμπορούσε να ρίξη τα κατάρτια, να τα γιομίση θάλασσα και έτσι έμεναν εκεί.
Από την Ύδραν έστειλαν μιαν επιτροπή από τον Παπαλεξόπυλον, τον Σπηλιωτόπουλον και άλλους εις την Μάνην, ιδώθηκαν με τον Κατσάκο, εκήρυξαν το σύνταγμα, έστειλαν και τρία καράβια οι Υδραίοι δια να υποστηρίξουν τα κινήματα των Μανιατών. Έστειλα τον Γενναίο με ένα τάγμα ρουμελιώτικο και με πολλούς Πελοποννησίους. Επήγε εις την Καλαμάταν, ήλθαν οι Μανιάταις επολιόρκησαν τον Γενναίον. Το τάγμα το ρουμελιώτικο του Αλεξάκηεπείστηκε και εγύρισε με τους Μανιάταις. Έρχεται ο Ρικόρδος (σ.σ. ο Ρώσος ναύαρχος), τότε η ίδια επιτροπή καίει τα δυο καράβια τα εθνικά και ένα υδραίικο το περίλαβε ο Ρικόρδος.
Κινώ με 400 καβαλαραίους τακτικούς και ατάκτους, και έστειλαν και ήλθαν έως 4000 από ταις επαρχίαις. Οι Φραντσέζοι σν έμαθαν ότι εγώ εσύναξα στρατιώταις δια να βαρέσουν τους Μανιάταις, έστειλαν ένα τάγμα χωρίς πρόσκλησιν της ελληνικής Κυβερνήσεως και έπιασαν την καλαμάτα και εκήρυξαν ότι ούτε του ενός ούτε του άλλου μέρους δέχονται. Επήγα εις το Νησί και ήλθε ένα τάγμα γαλλικό, και μου είπε ο αρχηγός των ότι είνε προσταγμένος από τον στρατηγό του να έμβη μέσα εις το Νησί. “Αν θέλετε, σας δέχομαι μέσα, και σας δίδω ό,τι σας χρειάζεται”. Αυτός μου λέει ότι: “Είναι προσταγμένος να αναχωρήσετε και να εμβούμεν μέσα”. Εγώ του είπα ότι: “Είμαι διαταγμένος από την Κυβέρνησιν μου να μείνω και αν θέλετε ας γράψη ο στρατηγός σας εις την Κυβέρνησιν, και αν με διατάξη ο Κυβερνήτης, αναχωρώ”. Εκείνοι με απεκρίθηκαν: “Θα εμβούμεν και αν ακολουθήση πόλεμος είναι εις βάρος σου”. Εγώ του απεκρίθηκα ότι: “Αν αρχίσω εγώ τον πόλεμον είναι εις βάρος μου, ειδέ και αν αρχίσετε εσείς είναι το βάρος εδικόν σας”. Ενόμιζαν να με φοβήσουν να τραβηχθώ. Εκάθησαν τρίς ημέραις επέξω από το Νησί και έβρεχε, τους είπα να έμβουν μέσα και να πιάσουν ένα Μαχαλά, και γράψετε εις την Κυβέρνησιν, και αν αυτή με διατάξη να αναχωρήσω, ευθύς αναχωρώ και από το σπίτι μου αν ήτο. Βλέποντας ότι δεν ημπορούν να με βγάλουν, ετραβήχθηκαν όλοι από την Καλαμάτα.
Όταν ανεχώρησε ο Γενναίος από την Καλαμάταν, την έγδυσαν οι Μανιάταις, και μόνον εγλύτωσαν τα σπίτια μερικών συνταγματικών. Οι Υδραίοι, αφού είδαν τον Ρικόρδο να έρχεται, έκαψαν τα δυο καράβια, όπου ήτον εθνικά, και το τρίτο καράβι όπου ήτον ιδιόκτητο το άφησαν σώο και το επήρε ο Ρικόρδος. Οι Μανιάταις έγδυσαν την επιτροπήν την σταλμένη από την Ύδρα και όλους τους Υδραίους όπου είχαν φύγει από τα καράβια. Τους πρερίλαβαν τα Φραντσέζικα και τους έστειλαν εις την Ύδραν. Αυτή η επιτροπή ήλθε εις την Μάνη και εκήρυξε σύνταγμα, ελευθερία, να μην πληρώνη παρά ένα στα δέκα, και τους έπαιρναν εννέα στα δέκα, και εζημίωσαν και την Καλαμάτα με 500.000 γρόσια: Τέτοιο σύνταγμα εκήρυτταν, σύνταγμα αρπαγής.
Όταν έκαψε ο Μιαούλης τα καράβια, εβόγγησε όλο το έθνος, δια την αδικίαν όπου έκαμε να κάψη τα εθνικά καράβια. Μερικοί, βλέποντας ότι ούτε με επιτροπάς ούτε με αποστασίας δεν έκαμναν τίποτε εσυμβουλεύθηκαν και απεφάσισαν να σκοτώσουν τον Κυβερνήτην. Εκείναις ταις ώραις έλαβα διαταγή να υπάγω εις το Ναύπλιον και να πάρω μαζί μου και την τακτικήν καβαλαρία, και την άτακτην με το πεζικόν στράτευμα να τα αφήσω με τον Γενναίον εις την Μεσσηνίαν δια να επαγρυπνούν τα κίνηματα των Μανιατών να μην έβγουν και λεηλατήσουν τον τόπον. Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης είχε φύγει τον χειμώνα κρυφίως από το Ανάπλι δια να περάση στην Ζάκυνθον δια να υπάγη εις την Μάνην. Ο καιρός τον έρηξε κατά το Κατάκωλο. Ο εκεί τότε διοικητής Αναγνωστόπουλος τον παρέλαβε και τον έστειλε εις το Ανάπλι, και τον έβαλεν εις φύλαξην αναπαυτική, και είχε όλα του τα αναγκαία πλουσιοπάροχα.“
ΤΟ ΤΕΛΟΣ TOY ΕΘΝΙΚΟΥ ΗΓΕΤΗ
Το φθινοπωρινό πρωινό της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου του 1831 στάθηκε το τέλος της πορείας, που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ξεκίνησε τα χαράματα για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε κάθε Κυριακή, στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Αφού σηκώθηκε, όπως κάθε μέρα, από νωρίς για να μελετήσει τον ξένο και τον εγχώριο τύπο, βγήκε από την οικία του φορώντας γαλάζια ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο σωματοφύλακές του, τον μονόχειρα Γεώργιο Κοζώνη και τον Δημήτρη Λεωνίδα. Στον δρόμο συνάντησε τον αδερφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς, καθότι ήταν υπό επιτήρηση. Εκείνοι τον χαιρέτησαν και αυτός ανταπέδωσε σιωπηλά τον χαιρετισμό, συνεχίζοντας ο καθένας την πορεία του. Το προηγούμενο διάστημα, ο κυβερνήτης δεχόταν παραινέσεις από φίλους του, να είναι πιο προσεκτικός στις κινήσεις του και να φυλάγεται περισσότερο. Εκείνος όμως, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν ενέχει κίνδυνος για την ζωή του, αφού ο ίδιος λειτουργούσε για την σωτηρία του έθνους, όντας αδέκαστος, πρώτα με τον εαυτό του κι έπειτα με την κοινωνία, δεν έδωσε βάση στα λεγόμενα. Οι Μαυρομιχάληδες, βγαίνοντας από άλλο στενό έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας περιμένοντας τον Καποδίστρια, για να κλείσουν την βεντέτα που, κατ’ αυτούς, είχε ανοίξει. Στο τέλος της ανηφόρας, ο κυβερνήτης πρόβαλε στο στενό του Αγίου Σπυρίδωνα και βλέποντας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα. Έπειτα συνέχισε, και πριν προλάβει να περάσει την πόρτα της εκκλησίας, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, κρατώντας με το αριστερό χέρι το φέσι, σήκωσε το δεξί, που κρατούσε κρυμμένο το πιστόλι, τράβηξε τη σκανδάλη και τον πέτυχε στην πίσω δεξιά πλευρά του κεφαλιού, προκαλώντας του θανάσιμο τραύμα. Την ίδια στιγμή, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης όρμησε και τον χτύπησε με μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς. Στις 6:45 το πρωί, ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεφτε νεκρός.
Έπειτα, ο Iωάννης Καραγιάννης, ένας από τους φρουρούς των Μαυρομιχάληδων πυροβόλησε άστοχα κατά των σωματοφυλάκων του Καποδίστρια. Ο μονόχειρας σωματοφύλακας πέτυχε με το όπλο του, στον θώρακα, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, την ώρα που εκείνος έτρεχε να διαφύγει, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια απέναντι από την πόρτα της εκκλησίας. Βαριά τραυματισμένος, έφτασε στην κορυφή τους όπου έστριψε αναζητώντας, μάταια, καταφύγιο σε γειτονικά σπίτια. Μόλις τον βρήκε το οργισμένο πλήθος, έπεσε πάνω του και τον λιντσάρισε, κτυπώντας τον με ότι έβρισκαν και σέρνοντάς τον στα σοκάκια, ώσπου ξεψύχησε. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι, ενόσω δεχόταν τα χτυπήματα, φώναζε: "Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν”. Ύστερα πέταξαν την σωρό του στην θάλασσα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μαζί με τους δυο φρουρούς του κατάφερε να διαφύγει και να βρει προσωρινό καταφύγιο στην γαλλική πρεσβεία. Εκεί παρέδωσε το όπλο του στον Γάλλο πρέσβη, βαρόνο Αχιλλέα Ρουάν, λέγοντάς του, σύμφωνα με τον Κασομούλη: “Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας”. Και ο Γάλλος πρέσβης μόνο μετά από την μεσολάβηση του Πορτογάλου συνταγματάρχη και στρατιωτικού διοικητή του Ναυπλίου, Αντόνιο Φιγκουέιρα ντ'Αλμέιδα, και υπό την απειλή του αλαφιασμένου πλήθους δέχτηκε να τον παραδώσει στις αρχές. Τελικά, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης φυλακίστηκε, δικάσθηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε δια τουφεκισμού στις 10 Οκτωβρίου.
Σχετικά με την δολοφονία του Καποδίστρια υπάρχει και μια άλλη εκδοχή. Ο συγγραφέας Δημήτρης Κοκκινάκης, μετά από χρόνια έρευνα αρχείων και εγγράφων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κυβερνήτης δεν δολοφονήθηκε από τους Μαυρομιχάληδες, αλλά από τον Κοζώνη και έναν ξερακιανό ρακένδυτο νέο που βρισκόταν εκεί, μαζί με την συνοδεία των πρώτων. Την θέση του στηρίζει στην ασυμβατότητα των τραυμάτων, σε σχέση με τις θέσεις και τον εξοπλισμό των Μαυρομιχάληδων, καθώς και σε διάφορες μηχανορραφίες που ακολούθησαν, κατά την διάρκεια της δίκης και την απόκρυψη εγγράφων και την αποσιώπηση μαρτύρων. Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα συγγραφέα του βιβλίου "Ποιοι δολοφόνησαν τον Καποδίστρια;", οι Άγγλοι βρίσκονταν πίσω από τον σχεδιασμό, αφού απέβλεπαν στην εγκαθίδρυση της ξένης μοναρχίας και την υπονόμευση των εκστρατειών του ελληνικού στρατού, που εξελίσονταν με επιτυχία στην Στερεά Ελλάδα... Όπως και να 'χει, το βέβαιο είναι ότι ξένος δάκτυλος υπήρξε ο υποκινητής της δολοφονίας, και όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν, στο βάθος, την Αγγλία, που μέσω πολιτικών και διπλωματικών ελιγμών κατάφερνε πάντα να βγαίνει κερδισμένη, μην λερώνοντας τα δικά της χέρια με αίμα. Το αγγλικό αρχείο των εγγράφων που σχετίζονται με την δολοφονία του Καποδίστρια παραμένει μέχρι σήμερα κλειστό και "άκρως απόρρητο"…
![]() |
| Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, στο Ναύπλιο |
Έπειτα, ο Iωάννης Καραγιάννης, ένας από τους φρουρούς των Μαυρομιχάληδων πυροβόλησε άστοχα κατά των σωματοφυλάκων του Καποδίστρια. Ο μονόχειρας σωματοφύλακας πέτυχε με το όπλο του, στον θώρακα, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, την ώρα που εκείνος έτρεχε να διαφύγει, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια απέναντι από την πόρτα της εκκλησίας. Βαριά τραυματισμένος, έφτασε στην κορυφή τους όπου έστριψε αναζητώντας, μάταια, καταφύγιο σε γειτονικά σπίτια. Μόλις τον βρήκε το οργισμένο πλήθος, έπεσε πάνω του και τον λιντσάρισε, κτυπώντας τον με ότι έβρισκαν και σέρνοντάς τον στα σοκάκια, ώσπου ξεψύχησε. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι, ενόσω δεχόταν τα χτυπήματα, φώναζε: "Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν”. Ύστερα πέταξαν την σωρό του στην θάλασσα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μαζί με τους δυο φρουρούς του κατάφερε να διαφύγει και να βρει προσωρινό καταφύγιο στην γαλλική πρεσβεία. Εκεί παρέδωσε το όπλο του στον Γάλλο πρέσβη, βαρόνο Αχιλλέα Ρουάν, λέγοντάς του, σύμφωνα με τον Κασομούλη: “Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας”. Και ο Γάλλος πρέσβης μόνο μετά από την μεσολάβηση του Πορτογάλου συνταγματάρχη και στρατιωτικού διοικητή του Ναυπλίου, Αντόνιο Φιγκουέιρα ντ'Αλμέιδα, και υπό την απειλή του αλαφιασμένου πλήθους δέχτηκε να τον παραδώσει στις αρχές. Τελικά, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης φυλακίστηκε, δικάσθηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε δια τουφεκισμού στις 10 Οκτωβρίου.
Σχετικά με την δολοφονία του Καποδίστρια υπάρχει και μια άλλη εκδοχή. Ο συγγραφέας Δημήτρης Κοκκινάκης, μετά από χρόνια έρευνα αρχείων και εγγράφων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κυβερνήτης δεν δολοφονήθηκε από τους Μαυρομιχάληδες, αλλά από τον Κοζώνη και έναν ξερακιανό ρακένδυτο νέο που βρισκόταν εκεί, μαζί με την συνοδεία των πρώτων. Την θέση του στηρίζει στην ασυμβατότητα των τραυμάτων, σε σχέση με τις θέσεις και τον εξοπλισμό των Μαυρομιχάληδων, καθώς και σε διάφορες μηχανορραφίες που ακολούθησαν, κατά την διάρκεια της δίκης και την απόκρυψη εγγράφων και την αποσιώπηση μαρτύρων. Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα συγγραφέα του βιβλίου "Ποιοι δολοφόνησαν τον Καποδίστρια;", οι Άγγλοι βρίσκονταν πίσω από τον σχεδιασμό, αφού απέβλεπαν στην εγκαθίδρυση της ξένης μοναρχίας και την υπονόμευση των εκστρατειών του ελληνικού στρατού, που εξελίσονταν με επιτυχία στην Στερεά Ελλάδα... Όπως και να 'χει, το βέβαιο είναι ότι ξένος δάκτυλος υπήρξε ο υποκινητής της δολοφονίας, και όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν, στο βάθος, την Αγγλία, που μέσω πολιτικών και διπλωματικών ελιγμών κατάφερνε πάντα να βγαίνει κερδισμένη, μην λερώνοντας τα δικά της χέρια με αίμα. Το αγγλικό αρχείο των εγγράφων που σχετίζονται με την δολοφονία του Καποδίστρια παραμένει μέχρι σήμερα κλειστό και "άκρως απόρρητο"…
Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι “ο Κωνσταντίνος ελαβώθηκε θανατηφόρα από τον κουλοχέρη τον Κρητικό, ο δε Γεωργάκης κατέφυγε εις του Βαλιάνου το σπίτι. Είδε ότι εκεί δεν εμπορεί να βασταχθή και επήγε εις του Ρουάν το σπίτι. Ο πολιτάρχης Παναγιώτης Κακλαμάνος δεν εταράχθηκε διόλου, διότι ήτον και αυτός μπασμένος εις την υπόθεσιν. Ο Ζεράρ όπου εδιοικούσε τα ελληνικά τακτικά στρατεύματα ευρέθηκε καβάλα με τον αγιουτάντε του εις τον Πλάτανον, όπου ήτον ο στρατώνας και έλεγε: Τίποτε, τίποτε, μείνετε ήσυχοι”.
Τα ονόματα που αναφέρει ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα και με τις μετέπειτα δικογραφίες, ήταν εκείνα που οργάνωσαν το στήσιμο της επιχείρησης. Ο Ιωάννης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Γεωργίου, οι δυο φύλακες των δολοφόνων, ήταν εκείνοι που έδωσαν τα περισσότερα στοιχεία σε σχέση με το τελικό σκηνικό. Ο πολιτάρχης του Ναυπλίου, Παναγιώτης Κακλαμάνος, υστέρα από ξενύχτι σε οίκο ανοχής, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τους στρατιώτες του και να φτάσει έγκαιρα στους γύρω δρόμους, ώστε να διευκολύνει την φυγή των δολοφόνων. Στο σπίτι του βαρόνου βρήκε και τους υπόλοιπους ο πολιτάρχης. Ο Γάλλος στρατηγός Ετιέν Μορίς Ζεράρ δεν είχε καλή σχέση με τον Καποδίστρια. Μετά τη δολοφονία, έτρεξε στην πρεσβεία για να προστατέψει, φανερά, τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, ενώ με επιστολή του στον Ιωάννη Κωλέττη ζήτησε να δείξουν επιείκεια απέναντι στον δολοφόνο. Μετά από τρία χρόνια, τον Ιούλιο του 1834, ο στρατηγός έγινε πρωθυπουργός της Γαλλίας, κι έτσι η δικογραφία του πήγε στα αζήτητα. Ήταν η πρώτη από μια σειρά πολιτικών δολοφονιών στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, και εκείνη που καθόρισε την μελλοντική του πορεία. Μετά από τον φόνο, το άψυχο σώμα του Καποδίστρια τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη, όπου έγινε λαϊκό προσκύνημα και τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832, η σωρός του μεταφέρθηκε με ένα ρωσικό πολεμικό στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κέρκυρα, όπου και ετάφη. Η βαυαροκρατία και ο “ελέω θεού” βασιλιάς βρίσκονταν καθοδόν…
Ο Γιώργος Κοντογιώργης συνοψίζει:
“Στο πρόσωπο του Καποδίστρια παίχθηκε η τελευταία πράξη του διακυβεύματος της οικουμενικής κοσμόπολης, δηλαδή της προοπτικής ενός κράτους που θα ήταν ικανό να ενσαρκώσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του ελληνισμού και να το αντιτείνει στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή απολυταρχία και, αργότερα, στο πρωτο-ανθρωποκεντρικό κράτος έθνος.”
Ο Κερκυραίος πολιτικός υπήρξε ο πρώτος, και ίσως ο μόνος, οραματιστής μιας δημοκρατικής και ανεξάρτητης Ελλάδας. Έτσι, με αίσθημα πατριωτικό και δημοκρατικό, προχώρησε σε μια συντεταγμένη και μαζική κρατικοποίηση του παραγωγικού ιστού, των υπηρεσιών και των κοινωνικών δομών. Για τον λόγο αυτόν, μπήκε στο στόχαστρο των ντόπιων τοπαρχών που ορέγονταν την εξουσία, εκμεταλλευόμενοι τις ανάγκες της κοινωνίας. Ιδιωτικοποίηση των δημόσιων πηγών ήταν η μεγάλη τους επιθυμία, και σε αυτό τους βοήθησε και ο αγγλογαλλικός παράγοντας, συναποτελόντας έτσι την θρυαλλίδα για την υπονόμευση του έργου του πρώτου κυβερνήτη για την οικοδόμηση κοινωνικού κράτους. Ο Καποδίστριας γνώριζε καλά πως ένα κράτος χωρίς εθνική υπόσταση, δημοκρατική δομή και με απαξιωμένες υποδομές θα γινόταν εύκολα θύμα εκβιασμών, έρμαιο των εκάστοτε συμφερόντων, ξένων και ντόπιων, με αποτέλεσμα την απεμπόληση της κυριαρχίας και την καταπάτηση της δημοκρατίας. Γι αυτό πάσχισε να δομήσει ένα γερό εθνικό υπόβαθρο, που θα επέτρεπε την θεσμοθέτηση των προϋποθέσεων για την δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος, στην βάση της ισηγορίας, της ισονομίας, και της ισοπολιτείας. Την δημιουργία ενός κράτους - έθνους με χαρακτήρα αμιγούς αυτοδιάθεσης.
Ο σύγχρονος πολέμιος της δημοκρατίας και του Ελληνισμού, θαυμαστής της πολιτικής του Μέτερνιχ και καταστολέας των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, Χένρυ Κίσινγκερ, στο πρώτο βιβλίο του, “Ένας αποκατεστημένος κόσμος”, επισημαίνει ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ένα από τα πρόσωπα τα οποία θα επηρέαζαν αρνητικά - κατά την γνώμη του - την εξέλιξη του κοινωνικοπολιτικού συστήματος και δεν θα του επέτρεπαν να φτάσει στην σημερινή του μορφή. Σημειώνει δε, ότι το “μοναδικό και άσβεστο πάθος του Καποδίστρια ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδος, χωρίς να υπολογίζει καθόλου τις συνέπειες για τον εαυτό του”.
Το πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας παραμένει επίκαιρο…
























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου