Κείμενο: Νίκος Μέντζας
Στις 30 Απριλίου του 1834 ξεκινάει η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημήτριου Πλαπούτα στο Ναύπλιο, ενόσω το “βασίλειο της Ελλάδος” κυβερνάται από τους αντιβασιλείς, μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα.
Κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης Άρμανσπεργκ, Μάουρερ και Χάιντεκ, ο Έλληνας ασφυκτιούσε κάτω από τον βαυαρικό ζυγό, καθώς η νέα αποικία αξιοποιούταν σύμφωνα με τις ορέξεις των επικυρίαρχων και ο νέος κατακτητής συντηρούταν από τους εθνικούς πόρους, το αίμα και την καταπίεση του λαού. Ένα χρόνο πριν, είχε εκδοθεί διάταγμα που όριζε τη διάλυση των “άτακτων στρατευμάτων”, δηλαδή των αγωνιστών της επανάστασης, και την αντικατάστασή τους από τον ευρωπαϊκό μισθοφορικό στρατό, ο οποίος, όπως σημειώνει ο Βαυαρός υπολοχαγός Χριστόφορος Νέζερ στα απομνημονεύματα του, “κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του γερμανικού λαού”. O Άγγλος συγγραφέας Λούις Σέρτζεν, στο βιβλίο "Νέα Ελλάδα" αναφέρει πως σύμφωνα με τον στρατηγό Κρίστιαν Σμάλτς, διορισμένο από την αντιβασιλεία Υπουργό Στρατιωτικών από το 1833 μέχρι το 1835, εκείνο το διάστημα το νεοσύστατο κράτος ξόδεψε 20 εκ. δραχμές για τη συντήρηση του στρατού κατοχής, φορτώνοντας έτσι χρέη στην πλάτη του Έλληνα.Ενώ ο Φωτιάδης σημειώνει πως ο δε Όθωνας, τον πρώτο χρόνο της παρουσίας του στην Ελλάδα εισέπραξε κονδύλι βασιλικής χορηγίας 1 εκ. δραχμών, την ώρα που τα έσοδα του κράτους ανέρχονταν σε 7 εκ. Το κονδύλι για τον προϋπολογισμό των εξόδων των Υπουργείων Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών ήταν 1 εκ. δραχμές. Την εποχή εκείνη, σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Νικόλαου Δραγούμη, “την κυβέρνησι απετέλει ουσιαστικώς το Συμβούλιον της Αντιβασιλείας, τα μέλη του οποίου εφέροντο προς τους υπουργούς ως προς υπαλλήλους”. Οι επικυρίαρχοι, σύμβουλοι, παρασύμβουλοι και όλοι οι υπόλοιποι παρατρεχάμενοι γλεντούσαν χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν, την ίδια στιγμή που ο ελληνικός λαός είχε τεθεί υπόλογος απέναντι στην ηθική νομιμότητα και το “εκπολιτιστικό” στάτους που εκείνοι κουβαλούσαν. Άλλοι έσπειραν και άλλοι θέριζαν…
Μέσα σε αυτό το πολιτικό σκηνικό, οι δυο στρατηγοί – Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας - συνελήφθησαν τον Σεπτέμβριο του 1833 και οδηγήθηκαν στις φυλακές του Ίτς Καλέ.
Ο Κολοκοτρώνης θυμόταν αργότερα στα απομνημονεύματά του:
“Εγύρισα οπίσω ες το Ανάπλι, επήγα εχαιρέτησα τον βασιλέα, την αντιβασιλεία, τους είδα μουδιασμένους πλήν δεν κατάλαβα τίποταις, έμεινα εις το περιβόλι μου. Εκεί ήλθον τη νύχτα ες τα επτά του Σεπτεμβρίου και με πήρε ο Κλεόπας, μοίραρχος με 40 χωροφύλακες και μ’ επήγε εις το Ιτζ Καλέ και μ’ επαράδοσε εις τον φρούραρχον και μ’ έβαλαν 6 μήνες μυστική φυλακή, χωρίς να ειδώ άνθρωπον, εκτός το δεσμοφύλακα. Δεν ήξευρα τι γίνεται για έξη μήνες, ούτε ποιός ζεί, ούτε ποιός απέθανε, ούτε ποιόν έχουν εις τη φυλακήν, δια τρεις ημέρες δεν ήξευρα πως υπάρχω, μου εφαίνετο όνειρο, ερωτούσα τον εαυτό μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος η άλλος κανείς, δεν καταλάβαινα διατί με έχουν κλεισμένο. Με καιρόν επέρασεν από τον νουν μου ότι ίσως η κυβέρνησις βλέποντας τη υπόληψιν που έχει ο λαός προς εμένα, με φυλακώνουν δια να κόψουν την επιρροήν, δεν πίστευα ποτέ ότι θα φθάσουν ες αυτόν τον βαθμό δια να φτιάσουν ψευδομάρτυρας”.
Το καλοκαίρι του ίδιου έτους είχαν προηγηθεί συντονισμένες κινήσεις και μηχανορραφίες από τον κόμη Ιωσήφ Άρμανσπεργκ και την υπόλοιπη καμαρίλα, ο οποίος με αφορμή την ολοκληρωτική αποδυνάμωση της καποδιστριακής μερίδας και της ρωσόφιλης παράταξης, αποσκοπούσε στην ποδηγέτηση ολόκληρου του πολιτικού σκηνικού. Στις 25 Ιουλίου, ο πρώην στρατιωτικός Θεόδωρος Αλεξανδρόπουλος, φανατικός πολέμιος του Κολοκοτρώνη, στέλνει μήνυμα στους αντιβασιλείς ότι “καποδιστριακοί” μαζεύονται και κάνουν συνελεύσεις στην Τρίπολη και μάλλον είναι έτοιμοι να συγκροτήσουν κίνημα.
Αποσπάσματα από την επιστολή του Αλεξανδρόπουλου προς τον πληρεξούσιο της κυβέρνησης:
“Ευγενέστατε αδελφέ προσκυνώ. Μετά τον εντεύθεν χωρισμό σας δια τα υψηλά σας χρέη, δεν ηξιώθην κατά κακήν τύχην ευνοϊκή σας επιστολήν, ως εκ μόνης καλοκαγαθίας σας με το υποσχέθητε, διό και ευρίσκομαι κατά τούτο απαρηγόρητος, όθεν και παρακαλώ εις το εξής να συγκατανεύσετε εις το να με ενθυμήσαι δια γράμματος σας, το οποίον και θέλει το νομίζω δια μόνην μου ευτυχίαν.
Ενταύθα συμποσούνται εως πεντέξ άτομα, των οποίων θέλει σας διακοινώσω τα ονόματα, επομένως ωσαύτως και εις το μέρος, όπου ηξεύρετε και μάλιστα οπόταν φτάσει η υψηλή Αντιβασιλεία όπου ελπίζω να με γράψετε να κατέβω κάτω και τότε θέλει σας παραστήσω τα ονόματα.
Αναμένω παρηγορητικήν επιστολήν σας δηλωτικήν άματε περί του λίαν εφετής μοι υγείας και ευδαιμονίας σας. Υποσημειούμαι ευσεβάστως.”
Οι Βαυαροί επικυρίαρχοι είχαν φθάσει στην Ελλάδα με βαθιά προκατάληψη απέναντι στον Κολοκοτρώνη, καθώς οι πολιτικοί του αντίπαλοι είχαν φροντίσει να τους ενημερώσουν για το εκτόπισμα του στρατηγού. Ο Κολοκοτρώνης, από την άλλη, δεν εκφράστηκε ποτέ - ανοιχτά τουλάχιστον - εναντίον της βασιλείας.
Ο συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης αναφέρει στις “Ιστορικές αναμνήσεις” τις ερωτήσεις που έκαναν στους ντόπιους οι Βαυαροί, για να μάθουν περισσότερα για τον Γέρο του Μοριά:
“Πάντες δ’ εν γένει, πιστεύοντες ότι ο Κολοκοτρώνης έμελλε ν’ αντιστή εις την καθίδρυσιν της βασιλικής εξουσίας και άλλον κύκλωπα μονόφθαλμον υπολαμβάνοντες ρώμην έχοντα ακαταμάχητον, ή σατανάν κερκοφόρον, δυνάμενον να πατάξη δια της ουράς σύμπασαν την βαυαρικήν στρατιάν και να καταβυθίση εις τα βάθη του πόντου. Εγώ δε, καίτοι απαντών εις τας ερωτήσεις, πολύ κόπον κατέβαλλον ίνα πνίξω τον γέλωτα μου. Αλλά φοβούμενος μη εκλάβωσι και εμέ άλλον βεελζεβούλ, δεν ετόλμησα να πω ότι πολλάκις και συνευωχήθην μετ’ εκείνου.”
| Η αντιβασιλεία - Άρμανσπεργκ, Μάουρερ και Χάιντεκ |
Η δίκη των δύο στρατηγών ξεκίνησε στις 30 Απριλίου στο τούρκικο τζαμί του Ναυπλίου όπου είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου. Εισαγγελέας ορίστηκε ο Σκοτσέζος Εδουάρδος Μάσον, ο οποίος κατά την διάρκεια της δίκης έκανε ό,τι μπορούσε για να εκδοθούν καταδικαστικές αποφάσεις με θανατική ποινή. Ο Μάσον ήρθε στην Ελλάδα το 1824 εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της αγγλικής διπλωματίας. Παρέμεινε στην Ελλάδα, και μετά την επανάσταση διετέλεσε διδάκτωρ φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας, θεολογίας και ιστορίας, αλλά και αρεοπαγίτης δικαστικός, δικηγόρος του Γεώργιου Μαυρομιχάλη στην δίκη για την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, του οποίου ήταν φανατικός πολέμιος. Δικαστές ορίστηκαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης (πρόεδρος), ο Γεώργιος Τερτσέτης, ο Δημήτριος Σούτσος - ο οποίος ήταν γαμπρός του Υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Σχινά - , ο πρόκριτος - μετέπειτα πρωθυπουργός - Δημήτριος Βούλγαρης και ο δικαστικός - φίλα προσκείμενος στο καθεστώς - Φωκάς Φραγκούλης. Το κατηγορητήριο εκδόθηκε την 7η Μαρτίου και προσήπτε στους δυο στρατηγούς ποινικές ευθύνες “συνωμοσίας επί σκοπό να ταράξουν την κοινήν ησυχίαν, καταφέρουν του υπηκόους της Α.Μ. εις την ληστείαν και εις τον εμφύλιον πόλεμον, και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα.” Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι και με βαριά φρουρά στην αίθουσα.
Ο Τερτσέτης περιγράφει την μορφή του Κολοκοτρώνη κατά την είσοδο του τελευταίου στο κτίριο:
“Το ανάστημα του ήταν σωστό. Τα μούτρα και όλον το δέρμα του κορμιού του μαυριδερό, αι τρίχες της κεφαλής του χονδρές και σκληρές, καμπουρομύτης, κούτελον πλατύ, τα φρύδια σκεπαστά, τα αυτιά του μεγάλα.”
Πρόεδρος: Πώς ονομάζεσαι;
Κολοκοτρώνης: Θόδωρος Κολοκοτρώνης.
Πρόεδρος: Πόθεν κατάγεσαι;
Κολοκοτρώνης: Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.
Πρόεδρος: Πόσων ετών είσαι;
Κολοκοτρώνης: Εξήντα τεσσάρων. Γεννήθηκα το 1770, 3 του Απρίλη.
Πρόεδρος: Τι επάγγελμα έχεις;
Κολοκοτρώνης: Στρατιωτικός. Κρατάω σαράνταεννιά χρόνους στο χέρι το σουλντάδο και πολεμώ για την πατρίδα.
Ακολούθησε η εξέταση του Πλαπούτα κι έπειτα οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Στην συνέχεια οι αγορεύσεις του Μάσον, ο οποίος μετά από ένα λογύδριο που παρουσίαζε κενά στην επιχειρηματολογία, έκλεισε λέγοντας πως “επιμένω εις την κατηγορίαν, και με τα δόντια και με τα νύχια θα την υποστηρίξω. Διακηρύττω λοιπόν του εγκαλουμένους ως ενόχους και απαιτώ τον θάνατον τους”. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, Βαλσαμάκης και Κλωνάρης, έλαμψαν δια της νομικής τους ρητορικής και επιχειρηματολογίας. Ο Κλωνάρης, στοχοποιώντας ένα προβοκατόρικο άρθρο που δημοσίευσε η κυβερνητική εφημερίδα “Σωτήρ”, το οποίο έκλεινε με την προκλητική φράση:“Ό,τι και αν κάμετε, το τέλος σας είναι γνωστό”, ζήτησε από τον εισαγγελέα να προβεί σε κινήσεις για την νομική κατηγορία του συντάκτη που εκβίαζε ανοιχτά την δικαιοσύνη.
Την Παρασκευή 25 Μαΐου, έγινε η προτελευταία συνεδρίαση του δικαστηρίου, με τους συνηγόρους και τον εισαγγελέα Μάσον σε διαμάχες νομικού χαρακτήρα. Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης, επικρατούσε το αδιαχώρητο στον χώρο. “Το ακρωατήριον πλήθει υπερ ποτε πάσης τάξεως ακροατών, σωρεύονται συνερχόμενοι εις το μέγα τούτο οικοδόμημα, το οποίον είναι χιλιάδων περιεκτικόν, αλλ’ ολίγοι φαίνονται όσους χωρά, ως προς το πλήθος της συρροής”. Στις δέκα και μισή το πρωί, οι χωροφύλακες οδήγησαν τους δυο κατηγορούμενους στην αίθουσα, πάντα σιδηροδέσμιους. Εκεί ο Μάσον παρέδωσε επίσημο έγγραφο, το οποίο είχε συνταχθεί εσπευσμένα το βράδυ της προηγούμενης από τον Υπουργό Σχινά και είχε οπισθογραφηθεί από την κυβέρνηση, που έδινε το ελεύθερο στον εισαγγελέα να “οδηγήσει” αυτός την διαδικασία κατά το δοκούν. Οι πέντε δικαστικοί μαζεύτηκαν για συνέλευση, όπου ο Τερτσέτης και ο Πολυζωίδης, προσπάθησαν να μεταπείσουν τους άλλους τρεις, οι οποίοι είχαν ενδώσει…
Η εφημερίδα “Σωτήρ” έγραφε με έντονα ειρωνικό ύφος:
“Ο πρόεδρος μετά του κ. Τερτσέτη αρχίζουν να αντικρούουν την γνώμη της πλειοψηφίας. Ο κ. Τερτσέτης μάλιστα μετεχειρίσθη τα πλέον θεατρικά της φωνής και του σώματος σχήματα, παρακαλών τους συναδέλφους του να μην δώσουν ψήφον κατά των εγκαλουμένων.”
Οι τρεις δικαστές, αποφασισμένοι, καλούν τον Πολυζωίδη να υπογράψει την απόφαση κι εκείνος ακόμα περισσότερο αποφασισμένος απαντάει πως “την απόφασιν σας την θεωρώ όχι μόνο άδικον, αλλά και επικίνδυνον ως κηλιδούσαν από τούδε τα δικαστήρια της νέας βασιλείας, με την ασέβειαν της προς την αλήθειαν και την δικαιοσύνην. Αρνούμαι ρητώς και να υπογράψω και να απαγγείλω τοιαύτην επονείδιστον απόφασιν”, προσθέτοντας ότι προτιμούσε να του κόψουν το χέρι. Ο Τερτσέτης κρατώντας παρόμοια στάση συμπληρώνει πως “ποτέ, όποιαι και αν είναι αι συνέπειαι, δεν θα γίνω συνεργός δικαστικού εγκλήματος.” Κατά τη διακοπή της δίκης, οι δυο νομικοί μετέβησαν στο σπίτι του Πολυζωίδη, ενώ οι άλλοι τρεις κατέφυγαν στο υπουργείο για να ενημερώσουν τον Σχινά σχετικά με την"απαράδεκτη" συμπεριφορά των δυο δικαστών. Τότε εκείνος φόρεσε τα καλά του, συμβουλεύθηκε τον Μάουρερ και συνόδευσε τους “ενδοτικούς” δικαστές για να επιπλήξει τους αντιφρονούντες. Στην αίθουσα του δικαστηρίου οι τρεις δικαστές και ο εισαγγελέας κάθισαν στην έδρα περιμένοντας τους άλλους δυο να ανέβουν κι εκείνοι για την απαγγελία. Ο Σχινάς, βιαστικός, απευθυνόμενος στον Πολυζωίδη: “Ελάτε κ. πρόεδρε να τελειώνουμε. Δεν θα μας βρουν εδώ τα μεσάνυχτα”. Ύστερα από την πεισματική άρνηση του Πολυζωίδη, ο Υπουργός φώναξε:“Έχει και η υπομονή τα όρια της. Είναι πλέον καιρός να παύσει αυτό το ανήκουστον σκάνδαλον. Είναι θλιβερό, τα’ ομολογώ, ν’ ανακαλώνται οι δικασταί εις τα χρέη των. Αλλά και αυτή η ανάκλησις και αυτή η διαταγή είναι χρέος ιερόν οσάκις πρόκειται να σώσει και τους νόμους υβριζομένους και την κοινήν ησυχίαν επαπειλουμένην. Η σωτηρία του έθνους είναι υπέρτατος νόμος. Εν ονόματι, λοιπόν, του νόμου τούτου σας διατάσσω ν’ ανεβήτε εις τας έδρας σας και να δημοσιεύσητε την απόφασιν”. Αφού είδε την σθεναρότητα των δικαστών έκανε νόημα στους φρουρούς: “Κλητήρες πιάστε τους και φέρτε τους στις έδρες”. Εκείνοι, υπακούοντας, έπιασαν τους δυο δικαστές και τους έσυραν με τη βία.
Ο Τερτσέτης διηγείται το περιστατικό:
“Διαμιάς χωροφύλακες αρπάζουν τον Πολυζωίδη, να τον φέρουν δια της βίας εις το κάθισμα της προεδρίας. Ο Πολυζωίδης αντιστέκεται, τον σέρνουν. Επιάνετο από τα τραπέζια, από τες θύρες μαχόμενος. Τέλος τον κάθισαν εις την έδραν του. Με εμέ άλλαξαν σχεδόν πολεμικής. Τέσσαρες χωροφύλακες μ’ επήραν σηκωτόν εις τον αέρα. Μόνον την δουλειάν τους, πως να με στήσουν εις το στασίδι του δικαστού. Και το κατόρθωσαν και τέσσερες λόγχες χωροφυλάκων σπινθοβολούσαν όρθιες επί της κεφαλής μας.”
|
Στις εφτά το απόγευμα, σύμφωνα με τα πρακτικά, “φέρονται εις το Δικαστήριον οι εγκαλούμενοι στρατηγοί. Οι δικασταί είναι εις τας έδρας των, ο επίτροπος (Μάσον) εις το βήμα του δημόσιου κατηγόρου, ο υπουργός της Δικαιοσύνης παρίσταται προς ενίσχυσιν φαίνεται των απόδειλιασάντων της πλειοψηφίας τριών, το εντός πλήθος των λογχοφόρων χωροφυλάκων επρομήνυε κακούς προμελετημένους σκοπούς. Τέσσαρες τούτων ίστανται όπισθεν των καθισμάτων των δυο μη υπογραψάντων την απόφασιν Δικαστών, έχοντες τα λόγχας υπέρ της κεφαλής και κεκλιμένας παρά τους κροτάφους αυτών.” Όσο ο γραμματέας διάβαζε την απόφαση, ο Πολυζωίδης με ακουμπισμένους τους αγκώνες του στην έδρα, έκλεινε τα μάτια του με τις παλάμες του με δυσφορία, ενώ ο Κολοκοτρώνης άκουγε την καταδίκη παίζοντας τις χάντρες του κομπολογιού του.
Χωρίς ακλόνητα στοιχεία για την δράση των κατηγορούμενων, όπως είχε αναφέρει ο Κλωνάρης, και με τα υπόλοιπα αμφιλεγόμενα και ελλειπή, η απόφαση της πλειοψηφίας των δικαστών ήταν η εξής:
1. Ο Δ. Πλαπούτας και Θ. Κολοκοτρώνης καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας, ήτοι των κακουργημάτων των εδιαλαμβανομένων εις το άρθρον 2 της παραγράφου Α και Γ του Εγκληματικού Απανθίσματος και εις το άρθρον 2 του από 9/21 Φεβρουαρίου 1833 Βασιλικού Διατάγματος, κατά τα αυτά άρθρα και εις τα δικαστικά έξοδα και των μαρτύρων δραχμ. 1047 93/100, ήτοι χιλίας τεσσαράκοντα επτά και λεπτά εννενήκοντα τρία.
2. Η παρούσα απόφασις θέλει εκτελεσθή εις την εκτός του Φρουρίου Ναυπλίου πλατείαν.
3. Οι καταδικασθέντες κρίνονται άξιοι της Βασιλικής Χάριτος, την οποίαν θέλει ζητήσει επισήμως το Δικαστήριον από την Αυτού Μεγαλειότητα.
4. Αναβάλλεται η εκτέλεσις της παρούσης αποφάσεως μέχρι της εκβάσεως της περί χάριτος αιτήσεως.
5. Ο Επίτροπος της Επικρατείας να εκτελέση την παρούσαν απόφασιν.
6. Αντίγραφον αυτής να κοινοποιηθή εις το Επίτροπον της Επικρατείας.
Εξεδόθη και εδημοσιεύθη εν Ναύπλιω την εικοστήν έκτην Μαΐου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τριακοστού έτους.
Ο Πρόεδρος:
Α. Βούλγαρης
Δ.Κ. Σούτσος
Φ. Φραγκούλης
Ο Γραμματεύς:
Χ. Ζώτος
Τελευταίοι βγήκαν από την αίθουσα οι τρεις δικαστές που ψήφισαν την θανατική καταδίκη. Στα πρακτικά της δίκης περιγράφεται η σκηνή. “Οι τρεις καταδικάσαντες δικασταί εξήλθον του Δικαστηρίου ωχροί και τρέμοντες, με δειλίας και τρόμου παλμούς, τους οποίους ο έλεγχος ενεποίει, και εδείκνυε εις το πρόσωπον την τοιαύτην κατάστασιν της ψυχής αυτών. Συνοδευόμενοι δ’ ούτω από τρεις ή τέσσερας φίλους των ανθυπασπιστάς, απήλθον με πόδας πατούντας όχι ορθά, εις τας οικίας αυτών.” Έπειτα οι χωροφύλακες έδεσαν τα χέρια των στρατηγών και ο Κολοκοτρώνης ρώτησε, χωρίς να πάρει απάντηση, “Πού;”, πιστεύοντας ότι τους οδηγούσαν στην καρμανιόλα. Όταν όμως αντιλήφθηκε πως πάνε στο Ιτς Καλέ ρώτησε, χωρίς πάλι να πάρει απάντηση, “Γιατί μας πάτε στο κάτεργο; Δεν θα μας πάρουν τα κεφάλια μας;”.
Στους δυο δικαστές επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός και στις 24 Σεπτεμβρίου του 1834 πέρασαν από δίκη κατά παραγγελία της αντιβασιλείας, στην οποία αθωώθηκαν πανηγυρικά, έχοντας με το μέρος τους την ισχυρή συμπαράσταση του κόσμου. Παρόλα αυτά, απολύθηκαν από τη δημόσια υπηρεσία.
Στις 30 Μαΐου, ο Όθων μετέτρεψε την θανατική ποινή σε κάθειρξη είκοσι ετών και οι δυο αγωνιστές μεταφέρθηκαν σε άλλη φυλακή, στο Παλαμήδι. Ο Βαυαρός βασιλιάς δεν είχε φυσικά κανέναν ενδοιασμό να διατάξει την εκτέλεση τους, πολλώ δε μάλλον την συνέχιση της φυλάκισης τους. Ίσα ίσα που αυτό θα τον απάλλασσε από δυο ανεπιθύμητους παράγοντες της κοινωνικής κατάστασης, που του στερούσαν σημαντικό μέρος της λαϊκής αποδοχής. Η έλλειψη λαϊκής αποδοχής βέβαια, οφειλόταν σε άλλους παράγοντες, που πήγαζαν από τον ίδιο και τις πολιτικές που εξυπηρετούσε. Ο αντίκτυπος, λοιπόν, που θα είχε στον θρόνο μια τέτοια κίνηση, έτρεφε τον φόβο του Βαυαρού βασιλιά και των συμφερόντων, των οποίων ήταν μεσολαβητής, καθώς ο λαός διαποτιζόταν από ευγνωμοσύνη για τους δυο στρατηγούς. Ούτως ή άλλως, οι Βαυαροί εισήγαν και χρησιμοποίησαν την γκιλοτίνα, καταδιώκοντας και δολοφονώντας αγωνιστές της επανάστασης που βγήκαν πάλι στο κλαρί, με σκοπό την ολοκλήρωση της επανάστασης που είχαν ξεκινήσει το 1821. Οι αντικαταστάτες των Οθωμανών, συμπεριλαμβανομένου και του Όθωνα, πάντως, θεωρούσαν τους Έλληνες υπανάπτυκτο και βάρβαρο λαό. Γι’ αυτούς, η ευγνωμοσύνη του έθνους απέναντί τους θα έπρεπε να είναι πολύ μεγάλη, λόγω του “εκπολιτιστικού” έργου που είχαν αναλάβει…
Τελικά, έντεκα μήνες μετά, όταν με την ενηλικίωσή του ανέβηκε στον θρόνο, ο ξένος βασιλιάς - που στην ουσία βρήκε έτοιμο ένα ολόκληρο βασίλειο - έδωσε αμνηστία στους μπαρουτοκαπνισμένους αγωνιστές, συνεχίζοντας πάραυτα να εξυπηρετεί τα αποικιοκρατικά συμφέροντα των επικυρίαρχων. Άλλοι έσπειραν και άλλοι θέρισαν. Ό,τι δεν κατάφερε ο συμπατριώτης του Κλέμενς φον Μέττερνιχ με την “Ιερή συμμαχία” και τα όπλα, το κατάφερε εκείνος δια της “ελέω θεού” πολιτικής νομιμότητας…



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου