Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Στραβοπατήματα και παθογένειες του ΕΑΜικού κινήματος

Κείμενο: Νίκος Μέντζας





Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941, πέντε μήνες μετά την επιβολή της κατοχής των δυνάμεων του Άξονα στην Ελλάδα κι έπειτα από συγκλίσεις και προσεγγίσεις διαφόρων πολιτικών φορέων, δημιουργείται το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο με την σύμπραξη τεσσάρων κομμάτων: του ΚΚΕ, της ΕΛΔ, του ΣΚΕ και του ΑΚΕ. Στα πέτρινα χρόνια της κατοχής, το ΕΑΜ αποτέλεσε την κατεξοχήν λαϊκή φωνή, και μετά τον μαύρο χειμώνα του 1941 - 42 το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα κατάφερε να αναζωογονήσει τη λαϊκή βούληση και να ζωντανέψει έναν ολόκληρο λαό, οδηγώντας τον στην δημιουργία της ένδοξης εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης.


Μέσα στις συγκεχυμένες και ευμετάβλητες συνθήκες του Β' ΠΠ, που αναδείκνυαν αντιφατικότητες, αλλά και υπερβάσεις, το λαϊκό κίνημα πάλεψε με ιδιαίτερη παλικαριά, αυτοθυσία και σθένος για να οδηγήσει την χώρα στην πολυπόθητη απελευθέρωση και την λαοκρατία. Οι άσπονδοι φίλοι, οι εχθροί, αλλά και οι "σύμμαχοι" έστησαν πολλά εμπόδια και παγίδες στο ΕΑΜικό κίνημα. Εκτός από τους εξωγενείς όμως παράγοντες, υπήρξαν και ενδογενείς παθογένειες και τακτικές (συγκεκριμένων προσώπων της ηγεσίας) που καθόρισαν σε σημαντικό βαθμό την έκβαση και λειτούργησαν ανασταλτικά στην επαναστατική εξέλιξη. Αποτέλεσμα (και αυτού) του παράγοντα υπήρξε η σταθερή κλιμάκωση του εκφυλισμού βασικών θέσεων και αξιών - σε επίπεδο αντίληψης και λειτουργίας -, η σωρεία λαθών και στραβοπατημάτων, και τελικά η αποδυνάμωση του κινήματος.


Ήδη από το χειμώνα του 1942, η ΚΕ του ΕΑΜ στόχευε στην δημοκρατική οργάνωση του κινήματος, ακόμα και μέσα σε εκείνες τις ολοκληρωτικές συνθήκες της κατοχής, ώστε πέρα από τον ηθικό παράγοντα, να λειτουργήσει παραγωγικά και ριζοσπαστικά το οικοδόμημα που χτιζόταν. Αυτό θα οδηγούσε στην πολιτική ωρίμανση και την ενδυνάμωση των δημοκρατικών αντανακλαστικών, την κατ’ ουσίαν ανάπτυξη της έννοιας του πολίτη, της συμμετοχικότητας και της επαγρύπνησης, αλλά και την περιφρούρηση της επιδιωκόμενης λαοκρατικής αναγέννησης, από τον ίδιο τον λαό, και όχι από αυτόκλητους αντιπροσώπους, που θα δημιουργούσαν πατερναλιστικές δομές, αλλά ένα γνήσιο λαϊκό υποκείμενο, φορέα της ίδιας του της αυτοδιάθεσης.


Όπως αναφέρει ο Χατζής:


"Πέρα από αυτά το ΕΑΜ πρόβλεπε να συγκεντρώσει και πατριώτες που δεν είχαν καμιά πολιτική σχέση ή σύνδεση με τα κόμματα που συγκροτούσαν το ΕΑΜ. Αυτά τα μέλη του ΕΑΜ θα μπορούσαν κάποτε ή κάπου να είναι η πλειοψηφία των οργανωμένων μελών. Από τις γραμμές των πατριωτών θα βγαίναν στην επιφάνεια και θα αναδείχνονταν εαμικοί ηγέτες και λίγο αργότερα λαογέννητοι καπετάνιοι και μαχητές του ΕΛΑΣ. Μπορούσαν να αγνοηθούν τέτοια στελέχη; Το ΕΑΜ μπορούσε να αγνοήσει το δημοκρατικό δικαίωμα στους αγωνιστές να έχουν γνώμη για τους καθοδηγητές, να τους εκλέγουν μέσα από τις γραμμές τους, επειδή τους έστειλε κάποιο από τα κόμματα του ΕΑΜ, με το οποίο δεν είχαν καμία ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική σχέση;"


Ο Θανάσης Χατζής, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και Γραμματέας του ΕΑΜ κατά την διάρκεια της κατοχής (10 Ιανουαρίου 1942 - 7 Αυγούστου 1944), υπήρξε ανιδιοτελής, λαϊκός αγωνιστής, ιδεαλιστής, που πολλές φορές επισήμανε - ανοιχτά - τους κινδύνους και επέστησε την προσοχή σε διάφορα πολιτικά και οργανωτικά ζητήματα. Δεν δίστασε ακόμα και να έρθει σε σύγκρουση με μονολιθικές αντιλήψεις, με τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί "διασπαστής"… μέχρι την παραίτηση του από την στελεχιακή θέση στο ΕΑΜ, ύστερα από διαφωνία με την "ανόθευτη" και “σοφή” γραμμή της ηγεσίας του ΚΚΕ.


Πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο, σε μια εκ βαθέων αποτίμηση της πορείας του ΚΚΕ και του ΕΑΜικού κινήματος, θυμόταν πως κατά τη διάρκεια του ΕΑΜικού αγώνα, "το ΚΚΕ ζούσε την περίοδο των μεγάλων πρωτοβουλιών και της δημιουργικής δραστηριότητας των κομμουνιστών, που ελεύθερα και δημοκρατικά στη βάση, μέσα στο ευρύτατο περιβάλλον τους κινούνται λεύτερα και προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα προβλήματα της καθημερινής ζωής, να τα συνδέσουν με τα γενικότερα και να δώσουν ρεαλιστικές λύσεις. Μέσα στον συνεχή και αδιάκοπο αγώνα, ανάδειχναν οι ίδιοι τα στελέχη από τα σπλάχνα τους, χωρίς προλήψεις και προκαταλήψεις και κυρίως χωρίς να περιμένουν ξένους, διορισμένους από το Κέντρο καθοδηγητές.


Θ. Χατζής
Το ΚΚΕ ποτέ στην ιστορία του δεν είχε τόση δημοκρατική εσωτερική ζωή και αυτό δεν είναι άσχετο με τα επιτεύγματα των οργανώσεων του. Ήταν η εποχή που ακόμα δεν είχε διαγραφεί βέβαιη νίκη των αντιαξονικών δυνάμεων και ο κάθε αγωνιστής έμπαινε στο Κόμμα σαν "εθελοντής στο θάνατο και τη θυσία", για το μέλλον της πατρίδας και των παιδιών του. Και τέτοιοι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Δεν εκχωρούν τα δικαιώματα τους σε τρίτους. Αργότερα, όταν θα διαφανεί η νίκη και διαγραφούν προοπτικές επικράτησης του επαναστατικού αγώνα, θα προβληθούν φιλοδοξίες και ιδιοτελείς ακόμα επιδιώξεις που θα ευνοούν γραφειοκρατικές μεθόδους και την επιβολή των ανώτερων στελεχών στα κατώτερα. Η δημοκρατία θα περιορίζεται και θα παραχωρεί τη θέση της στο συγκεντρωτισμό. Η γνώμη της καθοδήγησης θα γίνεται "νόμος" και στρατιωτική διαταγή για εκτέλεση! Τα κατώτερα στελέχη θα χάνουν την προσωπικότητά τους και θα "λαχανιάζουν" να φτάσουν - κι όταν δε το καταφέρνουν, να μιμηθούν - τον σε παραπάνω σκαλοπάτι της ιεραρχίας καθοδηγητή τους. Οι κομμουνιστές, θεριά μπροστά στον εχθρό, γίνονται ετεροκινούμενα πιόνια των καθοδηγητών τους, τους οποίους περισσότερο φοβούνται παρά σέβονται. Ένα τέτοιο ολίσθημα θ' αρχίσει ανεπαίσθητα από τα τέλη του 1942, για να προχωρήσει και να φτάσει σε ολοκληρωτικό κουτρουβάλιασμα και εκμηδένιση της δημοκρατικής ζωής και σκέψης μέσα στο Κόμμα, όσο η επανάσταση θα προχωρεί προς το νικηφόρο τέρμα της. Σκληρή διαπίστωση αλλά και δίδαγμα!"


Ο Γιάννης Ιωαννίδης, στέλεχος του ΚΚΕ, υπήρξε - κατά την διάρκεια της κατοχής - ένας εκ των κύριων διαμορφωτών της εσωτερικής λειτουργίας, της οργανωτικής δομής και της πολιτικής κατεύθυνσης του κόμματος, κυρίως από το 1943 κι έπειτα. Ο Χατζής κάνει μια σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του αλλά και του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε, σε "πολιτικό" επίπεδο:


"Σ' αυτό το κατρακύλισμα καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει ο "οργανωτικός εγκέφαλος" του ΚΚΕ, Γιάννης Ιωαννίδης...


Η ανάδειξη του Ιωαννίδη (σ.σ. στην κομματική ιεραρχία) δεν οφείλεται στις προσωπικές ικανότητές του, ούτε ανταποκρίνεται στην κομματική του ιστορία...


Ο Ιωαννίδης ξέρει καλά το Κόμμα, όπως διαμορφώθηκε από τον Ζαχαριάδη. Ξέρει καλά το μηχανισμό του και τον τρόπο που λειτουργεί. Γνωρίζει καλά τα "φετίχ", τα "ταμπού", τα "πλέγματα", που είχαν γίνει βιώματα και προσδιόριζαν την τυφλή πίστη σε "δόγματα" και σε "σύμβολα". Οι σκληρές εμπειρίες από τη "φραξιονιστική" πάλη (1929 - 31) και την διάσπαση, μυθοποιούν στο μυαλό του την ενότητα. Η ενότητα γίνεται αυτοσκοπός και στον βωμό της θυσιάζει κάθε δημοκρατική εκδήλωση, κάθε φωνή και σκέψη μέσα στο Κόμμα. Δεν του ξέφυγε το γεγονός πως μέσα στις δύσκολες και ιδιόμορφες συνθήκες της δικτατορίας και ιδιαίτερα μέσα στο εξοντωτικό καθεστώς των φυλακών και στρατοπέδων η "σιδερένια πειθαρχία" και ο "μονολιθισμός" γίνονται δόγματα. Όλα αυτά τα εκμεταλλεύεται με μαεστρία ο Ιωαννίδης και όχι μόνο εκμηδενίζει κάθε γνώμη και πρωτοβουλία των κομμουνιστών, αλλά και την απλή ενημέρωσή τους για την κατάσταση, ή την εξήγηση μιας απόφασης του στρατοπέδου την αποφεύγει. Οι οδηγίες δίνονταν με μορφή στρατιωτικής διαταγής για εκτέλεση.


Έτσι στο μεγαλύτερο και το πιο ισχυρό από άποψη στελεχών, στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ακροναυπλίας, εγκαθιδρύθηκε ένα καθεστώς κυριολεκτικά καταθλιπτικό, ακριβώς γιατί μέσα στο ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια είχε καταργηθεί κάθε ελεύθερη συζήτηση και διαδικασία και είχε καθιερωθεί η υποχρεωτική αποδοχή αποφάσεων ενός στενού καθοδηγητικού κέντρου, ή ενός ανθρώπου. Συγκεκριμένα της ΚΔ (σ.σ. Κομμουνιστικής Διεθνούς), σαν ανώτατου παγκόσμιου καθοδηγητικού οργάνου και του Ζαχαριάδη για το Κόμμα μας. Ο Ιωαννίδης "μυθοποιεί" το "αλάνθαστο" των δυο αυτών παραγόντων και καλλιεργεί συστηματικά το "θρύλο" πως αυτός είναι ο εκπρόσωπος της ΚΔ στην Ελλάδα και "τοποτηρητής" του Ζαχαριάδη. Αυτός ο θρύλος του έδινε και τη δύναμη επιβολής στα στελέχη, που θα κοστίσει αρκετά ακριβά στο Κόμμα και το κίνημα...


Ο ηγετικός πυρήνας της Ακροναυπλίας εξακολουθούσε να θέλει να ασκεί την καθοδήγηση του Κόμματος μέσα από την Ακροναυπλία χωρίς καμία απολύτως παραχώρηση στις πραγματικές δυνάμεις του Κόμματος που βρίσκονταν ήδη ελεύθερες, είχαν πια ανασυγκροτήσει τη δύναμή του και βρίσκονταν ουσιαστικά επικεφαλής του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που αναπτυσσόταν. Με επικεφαλής τον Γιάννη Ιωαννίδη (σ.σ. μέχρι την απόδραση του και την ενεργή πλέον ανάμειξη στην ηγεσία του κόμματος και του κινήματος, τον Ιούλιο του 1942), ο πυρήνας αυτός, κλεισμένος από χρόνια στα στρατόπεδα και τις φυλακές, αποσπασμένος από την πραγματικότητα, όπως διαμορφωνόταν τώρα, εννοούσε να θεωρεί πάντοτε σαν είδος δικού του κλιμακίου την ηγεσία του Κόμματος και του κινήματος. Εννοούσε, ακόμη, να επεμβαίνει και στα πιο μικρά οργανωτικά και τεχνικά προβλήματα και να υποδείχνει τις λύσεις για το καθένα - λύσεις που είχαν τη σημασία αποφάσεων. Η "εξουσία" του πυρήνα αυτού, τυπικά πήγαζε από τα προηγούμενα συνέδρια ή άλλα σώματα του Κόμματος: Ο Ιωαννίδης ήταν πριν από τη δικτατορία εκλεγμένο από το 6ο Συνέδριο μέλος της ΚΕ και του Πολιτικού Γραφείου. Όμως και άλλα, εκλεγμένα επίσης από το Συνέδριο, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής βρέθηκαν δίπλα του στην Ακροναυπλία. Δημιουργήθηκε έτσι αυτός ο τυπικά νόμιμος ηγετικός πυρήνας, που και φυσιολογικά ήταν η μόνη ηγεσία του Κόμματος στα χρόνια της δικτατορίας - και που το σκορπισμένο Κόμμα δεν είχε αντίρρηση να της αναγνωρίζει την εγκυρότητα. Ο Γ. Ιωαννίδης βρέθηκε έτσι ο φυσικός αναπληρωτής του Ν. Ζαχαριάδη. Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο Ιωαννίδης ήταν ο αντιπρόσωπος του ΚΚΕ στο 7ο - το τελευταίο - Συνέδριο της κομμουνιστικής Διεθνούς στα 1935 και μπορούσε έτσι να θεωρείται πάντοτε ο νόμιμος και φυσικός αντιπρόσωπος, σύνδεσμος της και φορέας της γραμμής της στο ελληνικό κόμμα...


Με τις πρώτες προσπάθειες ανασυγκρότησης και αναδιοργάνωσης του Κόμματος, κατορθώνει χρησιμοποιώντας το κύρος του και το κύρος της κομματικής ηγετικής ομάδας των κρατουμένων της Ακροναυπλίας, να επιβάλει τον απόλυτο πολιτικό του έλεγχο πάνω στην ομάδα των λίγων ανωτάτων στελεχών που κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από τα νησιά της εξορίας και των αποσταλμένων της Ακροναυπλίας. Τους ανυψώνει σε Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, χωρίς και να του δίνει όπως θα 'πρεπε τον αποφασιστικό πολιτικό και καθοδηγητικό ρόλο. Αυτό το ρόλο κρατούσε αποκλειστικά για την καθοδηγητική ομάδα της Ακροναυπλίας κι έτσι εδραίωνε την προσωπική του κυριαρχία στο Κόμμα...


Έτσι ο Ιωαννίδης προδιέθετε τα στελέχη του Κόμματος, υπόσκαπτε το κύρος μερικών ανεπιθύμητων γι' αυτόν στελεχών, κολάκευε και υποδαύλιζε φιλοδοξίες, υποσχόταν και συγκροτούσε τον αφοσιωμένο στο πρόσωπο του πυρήνα. Τα στελέχη άρχισαν να βλέπουν σ' αυτόν τον ηγέτη που χρειαζόταν το Κόμμα και το κίνημα, την στιγμή που αναδείχνονταν και γινόταν παραδεκτό στην Ελλάδα το ΕΑΜ σαν η Εθνική ηγεσία που ασκούσε κιόλας Κρατική Εξουσία. Οι πιο έμπειροι από εσωκομματικές μηχανορραφίες έβλεπαν τον άνθρωπο που καλπάζει προς μια προσωπική κυριαρχία στο Κόμμα. Όσοι από αυτούς αισθάνονταν ευλύγιστη τη σπονδυλική τους στήλη βιάζονταν να μπουν κάτω από την εύνοιά του...


Ο Ιωαννίδης αναλαμβάνει Β' Γραμματέας του ΚΚΕ, δηλαδή Οργανωτικός Γραμματέας, ενώ στην ουσία γίνεται το κυρίαρχο πρόσωπο του Κόμματος. Η επιβολή του άρχισε βαθμιαία. Στην αρχή κατορθώνει να μπάσει έναν καινούριο, δικό του τρόπο λειτουργίας του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Χωρίς να έχει εκλεγεί Γραμματεία του ΠΓ πέτυχε να αποσπάσει από το Σιάντο το δικαίωμα να ελέγχει τις εισηγήσεις του και από κοινού οι δυο τους να καθορίσουν τις προτάσεις που θα εισηγούταν ο Σιάντος στο ΠΓ. Στις συνεδριάσεις, όταν άκουε όλα τα μέλη του ΠΓ και τις προτάσεις τους, μιλούσε ο Ιωαννίδης και με το λόγο του έκλεινε τη συζήτηση και έβαζε τη δική του σφραγίδα, στο βαθμό που κατάφερνε να επιβληθεί στην πλειοψηφία, υπερνικώντας συνήθως την αντίσταση του Σιάντου και του Πλουμπίδη, που σχεδόν πάντα ήταν σκληρότερη από του Σιάντου. Το ΠΓ δεν ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί στον Ιωαννίδη που κατοχυρωνόταν πίσω από την ΚΔ και τον Ζαχαριάδη. Κι όταν συναντούσε αντιδράσεις σχεδόν πάντα κατάφευγε σε υπαινιγμούς για δήθεν αναβίωση του "αριστερισμού" της παλιάς "φραξιονιστικής" πάλης, όπου ο Σιάντος ήταν ένας από τους αρχηγούς της. Ακόμα έκανε και έμμεσες προειδοποιήσεις πως το Κόμμα δεν θα ανεχτεί στραπατσάρισμα της γραμμής της "εθνικής ενότητας", που στο κάτω κάτω ήταν γραμμή της ΚΔ. Κάθε φορά που οι διχογνωμίες δεν φαίνονταν να καταλήγουν στην παραδοχή των απόψεων του Ιωαννίδη ή τουλάχιστο σε κάποιο συμβιβασμό, ο Ιωαννίδης επικαλούταν "γνώμες" των μελών της ΚΕ του ΚΚΕ που βρίσκονταν στην Ακροναυπλία, μια που αυτός είχε αποκλειστική σύνδεση με το στρατόπεδο. Ο Ιωαννίδης, σα μέλος του ΠΓ στην καθοδήγηση Ζαχαριάδη και "ντε φάκτο" καθοδηγητής όλων των φυλακισμένων στη δικτατορία, είχε "ράμματα" υπαρκτά και ανύπαρκτα για τις γούνες όλων των μελών του ΠΓ και ασκούσε ηθική πίεση σε βαθμό που κατάφερνε να τους υποτάξει και να εξασφαλίσει σταθερή και μόνιμη πλειοψηφία. Αυτή θα βάλει σ' ενέργεια μέχρι τέλους της αντίστασης.


Στις 3 Αυγούστου 1944, στην τελευταία συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΕ κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής "ακολούθησε ένα κλείσιμο - που όπως είχε καθιερωθεί από τα μέσα του 1943 - όχι από τον εισηγητή, αλλά από τον ουσιαστικό γραμματέα του ΚΚΕ, τον Ιωαννίδη. "Πατερναλιστικός" ο λόγος του, γεμάτος παραινέσεις και εντολές, χωρίς να λείπουν υπονοούμενα και απειλές ενάντια στους "ξεροκέφαλους" υπερεπαναστάτες (σ.σ. από αυτούς που χάλαγαν την "φρόνιμη" εικόνα και εξέθεταν το Κόμμα), που με τις κουτουράδες τους και τις υπερβολές, βάζουν σε κίνδυνο τη γραμμή της ομαλότητας και δίνουν όπλα στις σκοτεινές αντιδραστικές δυνάμεις να συκοφαντούν το κίνημα και να μηχανορραφούν σε βάρος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Ο Ιωαννίδης δεν κατονόμασε κανένα στέλεχος, ούτε έκανε καμία πρόταση για αλλαγές, που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, είχαν αποφασιστεί από το ΠΓ."


Γ. Σιάντος, Γ. Ιωαννίδης, Γ. Ζεύγος



Στην ουσία, από το 1943 και μετά, η τριανδρία αποτελούμενη από τους: Γιώργη Σιάντο, Γιάννη Ιωαννίδη και Γιάννη Ζεύγο παίρνει τις αποφάσεις και δημιουργεί την γραμμή που καθορίζει τις "κινήσεις" όλου του σώματος. Έχει δημιουργηθεί ένας σκληρός ηγετικός πυρήνας που δεν αφήνει καμία πρωτοβουλία σκέψης (σε βασικά πολιτικά ζητήματα), πατρονάρει και ατροφεί τις ρίζες της εξέλιξης του λαογέννητου κινήματος.


Ο Χατζής ανέφερε συγκεκριμένα:


"Στις 1 - 2 του Σεπτέμβρη συνήλθε συνήλθε στο Νεοχώρι της Ευρυτανίας Πανελλαδική Σύσκεψη του ΕΑΜ, ύστερα από απόφαση της ΚΕ του ΕΑΜ. Η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΕΑΜ, ενέκρινε με ψήφισμα της την απόφαση της ΚΕ του ΕΑΜ...


Η συνθηκολόγηση επισφραγίστηκε και επικυρώθηκε από ένα ανώτατο Σώμα της μεγαλύτερης οργάνωσης της εποχής, την ώρα που οι απλοί άνθρωποι, οι αγωνιστές συνέχιζαν με επιτυχία την εθνικολαϊκή τους επανάσταση, με την αυταπάτη πως "...ήξερε τι κάνει η ηγεσία τους!..."


Η ηγεσία είχε πάρει σταθερή πορεία στον "εύκολο", αλλά και πολύ απατηλό δρόμο της ομαλής εξέλιξης. Οι κομμουνιστές, - στελέχη και μέλη - ακόμα και αυτοί που έδειχναν μεγαλύτερη διορατικότητα, δεν είχαν το θάρρος να υψώσουν το ανάστημά τους και να αντιδράσουν αποφασιστικά. Το κύρος της ηγεσίας ήταν τεράστιο και είχε τη δύναμη να συντρίβει κάθε εκδήλωση αντίδρασης και απειθαρχίας στις γραμμές του ΚΚΕ...


Μάταια ο Ρούσσος (σ.σ. αναφέρεται στον Πέτρο Ρούσσο, στέλεχος του ΚΚΕ, και στην θέση που αυτός διατυπώνει στο έργο του “Η Μεγάλη Πενταετία”) επικαλείται τις πέντε Ολομέλειες της ΚΕ και την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, για να αποδείξει πως στη διάρκεια της κατοχής δεν αποφάσιζε ένας "πολύ στενός κύκλος ανθρώπων". Τα σώματα του ΚΚΕ δεν αποφάσιζαν...


Μια που η ιδεολογική και πολιτική στάθμη των μελών και αγωνιστών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, οι δομές και ο τρόπος λειτουργίας των οργανώσεων και οι αμοιβαίες σχέσεις μαζών και ηγεσίας, όπως είχαν διαμορφωθεί, προκαθόριζαν την επικράτηση της πολιτικής και της τακτικής της ηγεσίας, θα μπορούσαμε να πούμε πως: η έκβαση της μάχης του Δεκέμβρη είχε κριθεί σε βάρος της λαϊκής επανάστασης πριν αρχίσει η ένοπλη αναμέτρηση."


Όπως σημειώνει βέβαια ο γραμματέας του ΕΑΜ, “μια αντίσταση, που μπορούσε να φτάσει και στην ένοπλη σύγκρουση, δημιουργεί τέτοιες και τόσες αναπάντεχες καταστάσεις, απρόοπτες περιπλοκές, εκπλήξεις και τρανταγμούς, που προκαλούν ευφορία και λαχανιάσματα όχι μονάχα στις δυνάμεις των δυο στρατοπέδων που συγκρούονται, αλλά και των ηγεσιών τους”. Παρόλα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση, η ηγεσία του λαϊκού κινήματος, με τη νοοτροπία και τις κινήσεις της είχε καθορίσει σε σημαντικό βαθμό την έκβαση. Ενσωματώνοντας τη στρατηγική και την τακτική της στο αστικό θεσμικό πλαίσιο, προσπαθούσε να ακολουθήσει - λαχανιασμένη - τους όρους του παιχνιδιού που της επέβαλε η δοσιλογική κυβέρνηση του Παπανδρέου και οι προστάτες της, οι Άγγλοι. Το τίμημα ήταν βαρύ, εκτός από την ηγεσία, και για την ίδια τη βάση, η οποία παρέδωσε, χωρίς ιδιαίτερη επιφύλαξη, την καθοδήγηση του κινήματος σε μια ομάδα στελεχών, δημιουργώντας έτσι έναν κεντρικό πυρήνα που απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από αυτή.


Ν. Ζαχαριάδης
Η αλαζονεία της ηγεσίας, ιδίως μετά την άφιξη του Νίκου Ζαχαριάδη, εκτοξεύθηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Σε τέτοια ύψη, όπου όχι μόνο αποκόπηκε πλήρως από τη βάση, αλλά προέβη και σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των αντιφρονούντων και των “αποδιοπομπαίων τράγων”. Είναι χαρακτηριστικό πως το 3ο άρθρο της Συμφωνίας της Βάρκιζας, που υπογράφτηκε παρά την θέληση της βάσης του κινήματος, άφηνε εκτεθειμένους τους λαϊκούς αγωνιστές, χαρακτηρίζοντάς τους εγκληματίες του ποινικού δικαίου, και εξασφάλιζε το απυρόβλητο της ηγεσίας, η οποία στάθηκε αυτουργός της καταστροφικής πορείας. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η ηγεσία, κατά τη διάρκεια του αντιστασιακού αγώνα, πολλές φορές δυσανασχέτησε και έκανε λόγο για ακρότητες από ορισμένα μέλη, που, κατά την αντίληψή τους, στιγμάτιζαν την εικόνα του κινήματος και εξέφραζαν ακραίες πολιτικές αντιλήψεις. Όχι, δεν εννοούσε κάποιους οξύθυμους ΕΛΑΣίτες, αλλά όσους εξέφραζαν αντιρρήσεις στην οπορτουνιστική κομματική γραμμή που επέβαλε η ηγεσία. Ο δε Ζαχαριάδης, αφού, μετά την ήττα του ΔΣΕ, κατέκρινε τη Βάρκιζα (μέχρι τότε την θεωρούσε “σωστή πολιτική πράξη”), δεν δίστασε να ρίξει την ευθύνη σε άλλους, αλλά και να προβεί σε χαρακτηρισμούς και σταμπαρίσματα:


“Η Βάρκιζα ήταν λάθος. Σημαίνει αυτό ότι τότε είχαν δίκιο οι τροτσκιστές, ο προβοκάτορας Πετσόπουλος και ο Μιζέριας (Άρης Βελουχιώτης) που δεν θέλαν καμμιά συμφωνία και συνιστούσαν μόνο πόλεμο; Όχι, όλοι αυτοί οι εχθροί του ΚΚΕ δεν είχαν δίκαιο γιατί αυτοί μας σπρώχναν στην καταστροφή…”


Ο Χατζής αναφέρει και μια από τις πάγιες τακτικές της Ζαχαριαδικής γραμμής:


“Πέρασαν χρόνια κι όταν πια πλησίαζε η ήττα του Δ.Σ. ο Ζαχαριάδης και οι υποτακτικοί του, ακόμα και τότε κυριαρχημένοι από το δογματισμό, δεν κατάλαβαν ότι στα χρόνια 1940 – 45 στην Ελλάδα όπως και σε όλα τα Βαλκάνια συντελούταν μια αντιιμπεριαλιστική – λαοκρατική επανάσταση. Δηλαδή μια επανάσταση που δεν είχε καμία σχέση με τον τύπο των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων, που προβλέπονταν από την ΚΔ για τις καθυστερημένες και υπανάπτυκτες χώρες.


Το πιο καταπληκτικό και ύποπτο ήταν η επιλογή του χαφιεδισμού και της συνειδητής προδοσίας σαν κύριας, σχεδόν μοναδικής, αιτίας που χάθηκε η νικηφόρα επανάσταση του ελληνικού λαού. Η συνειδητή και σκόπιμη προβολή του χαφιεδισμού σαν καθοριστικού παράγοντα, προκάλεσε ιδεολογική και πολιτική σύγχυση, σάλο και πανικό στις γραμμές των κομμουνιστών και επέτρεψε στην ηγεσία να μπάσει μέσα στο Κόμμα μέθοδες και μέσα αστυνόμευσης και πολιτικής, - ακόμα και φυσικής – εξόντωσης κάθε στελέχους και μέλους που διαφωνούσε ή αμφέβαλε για τη “σοφία” και το “αλάνθαστο” του Αρχηγού και των συνεργατών του. Θύματα υπήρξαν πολλά μέλη της ΚΕ (Βαφειάδης, Βατουσιανός, Χατζής, Τσάντος, Βέττας, Καραγιώργης) και χιλιάδες στελέχη και μέλη του ΚΚΕ.”


Το ΕΑΜ υπήρξε πρωτοποριακό, γνήσια λαϊκό κίνημα που ανέδειξε το έπος της Εθνικής Αντίστασης. Μεγαλούργησε, ανέδειξε στιγμές απαράμιλλου ήθους, ανιδιοτέλειας και αυτοθυσίας, πρωτοστάτησε σε ριζικές κοινωνικές αλλαγές και υπήρξε μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη στην ιστορία της Ελλάδας, αλλά και του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Παρόλα αυτά, ανέδειξε και κάποιες παθογένειες που οφείλουν να αποτελέσουν μαθήματα για τις επόμενες γενιές.


Ο Θανάσης Χατζής καταλήγει, εφιστώντας την προσοχή στις επόμενες γενιές:


“Η αποκάλυψη των ιδεολογικών ριζών, των αιτίων που προκάλεσαν την ήττα και την πραγματική αυτοκαταστροφή του λαϊκού κινήματος, μέσα στο ίδιο το κίνημα και συγκεκριμένα στο ΚΚΕ, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ερμηνευτεί σαν άρνηση του ιστορικού ρόλου του Κόμματος της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού. Η αξιολόγηση όμως της δράσης του και η εξαγωγή πείρας από τα θετικά και τα αρνητικά του αγώνα, είναι έργο απαραίτητο και επιβεβλημένο για να διαμορφωθεί μια σωστή και ελπιδοφόρα πολιτική γραμμή, που να δοθεί σα γραμμή καθοδήγησης για δράση στην εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό. Με τη φιλοδοξία να δώσω και την προσωπική μου συμβολή στο έργο αυτό, έγραψα το βιβλίο μου. Αν κάτι πέτυχα θα το κρίνουν οι αναγνώστες και η ζωή.”





Τη στιγμή λοιπόν που η κορυφή του κινήματος αναλωνόταν σε εσωτερικές προστριβές και ίντριγκες, παραγκώνιζε ταυτόχρονα την πλατιά βάση, όλον εκείνο τον κόσμο που οργανώθηκε στο ΕΑΜ, λειτουργώντας με ομοψυχία, αδελφικό πνεύμα και σθένος. Έτσι, ενώ η βάση πίστεψε, και εναπόθεσε μεγάλο κομμάτι της ελπίδας της στην ηγεσία, η “πεφωτισμένη” ηγεσία δεν πίστεψε, και δεν εναπόθεσε καμία κοινωνική ελπίδα στη βάση. 



ΠΗΓΗ:

Θ. Χατζής - Η Νικηφόρα Επανάσταση που Χάθηκε (Τόμοι: Α’, Γ’, Δ’)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου