Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ 1826: "ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΜΠΟΥΚΕΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΩΝ"

Κείμενο: Νίκος Μέντζας



Στις 10 Απριλίου του 1826, στο Μεσολόγγι, οι πολιορκημένοι πραγματοποιούν ηρωική έξοδο.
Ένα χρόνο πριν, τον Απρίλιο του 1825, ο Ρεσίντ Μεχμέτ Κιουταχής στρατοπεδεύει με τον στρατό του, που αριθμούσε 35.000 άνδρες, έξω από το Μεσολόγγι και ξεκινάει πολύμηνη πολιορκία. Οι αμυνόμενοι, που μέχρι τον Ιούλιο ανέρχονταν σε 3.500, πολεμούσαν τη μέρα και κατά τη διάρκεια της νύχτας εργάζονταν ακατάπαυστα για να στήσουν τα οχυρωματικά έργα.
Στα μέσα Ιουλίου ο Κιουταχής, έχοντας αποκλείσει τη θαλάσσια δίοδο άρα και τον - έστω και ανεπαρκή - μέχρι τότε ανεφοδιασμό, προτείνει στον πληθυσμό της πόλης να παραδοθεί άνευ όρων. Ο μεσολογγίτικος λαός, ύστερα από συνέλευση, αποφασίζει να υπερασπιστεί την πόλη μέχρι τέλους, κι έτσι ο οθωμανικός στρατός δυναμώνει την επίθεση του με πυροβολικό, πεζικό και ιππικό, ενώ οι πολιορκημένοι επιχειρούν και πολεμικές επιχειρήσεις με εξόδους. Ο ιστορικός Παναγιώτης Χιώτης γράφει στο έργο του "Ιστορία του Ιονίου κράτους από συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως": 

"Οι εν τη πόλει, έχοντες επικεφαλής τους οπλαρχηγούς, εποιήσαντο έξοδον την 19 Ιουνίου. Επί τούτο λοιπόν ανάψαντες υπόνομον, και μυδροβολούντες εκ των δυο πλευρών των κανονιών, εφόνευσαν 100 των εις τα χαρακώματα εχθρών, εζώγρησαν πολλούς και ελαφυραγώγησαν πολλά όπλα και σκεύη, και διήρπασαν 7 σημαίας." 

Όλο το επόμενο διάστημα, η πόλη δέχεται σφυροκοπήματα πυροβολικού, πυροδοτήσεις εκρηκτικών σε λαγούμια, ανύψωση της θέσης των επιτιθεμένων με τεχνητούς λόφους και επιθέσεις μεγάλων ασκεριών. Σε γράμμα τους οι: Νότης Μπότσαρης, Μήτσος Κοντογιάννης και Νικήτας Σταματελόπουλος, ενημερώνουν την κεντρική διοίκηση σχετικά με την κατάσταση: "Ο εχθρός αυξάνει τας δυνάμεις του ημέρα τη ημέρα και τα χαρακώματα του μας τα σιμώνει ολόγυρα του κάστρου μας. Τα κανονοστάσιά μας δεν είναι πλέον εις κατάστασιν να αντισταθούν εις τα εδικά του. Το νερόν είναι κάμποσες ημέρες όπου μας το έκοψαν διόλου και πίνομε γλυφό. Εις τας οκτώ τρέχοντος εις τας εξ ώρας νυκτός ώρμησαν αιφνιδίως περίπου των δυόμιση χιλιάδων εχθρών δια να κάμουν την έφοδον από το δυτικόν μέρος του φρουρίου εις την άκραν, και σιμώνοντας οι μεν εμπροστινοί εφονεύθησαν, οι δε οπίσθιοι εδόθησαν εις φυγήν, εις αυτούς έγινεν αρκετός χαλασμός, και από εμάς ούτε επληγώθη τίνας". Παρά τις άθλιες συνθήκες, η εφευρετικότητα και το δαιμόνιο των Ελλήνων βρίσκονταν πάντα δυο βήματα μπροστά. Ως το τέλος του Ιουλίου του 1825, οι Οθωμανοί όχι μόνο δεν έχουν καταφέρει να κερδίσουν έδαφος, αλλά έχουν και τεράστιο αριθμό απωλειών, αναγκάζοντας τον Κιουταχή να σταματήσει τις επιχειρήσεις για να προβεί σε ανασύνταξη. Το "Άγνωστο Ιταλικό Χρονικό της Ελληνικής Επαναστάσεως", του οποίου ο συντάκτης στηρίχθηκε σε αφηγήσεις αγωνιστών, μας δίνει μια εικόνα της κατάστασης:

"Εκεί επολέμουν καθημερινώς μέχρι της 25ης ιουλίου, ημέρας καθ' ην οι τούρκοι ανέλαβον επίθεσιν κατά του Μεσολογγίου. 

Το Μεσολόγγιον υπεράσπιζον πολλοί αρχηγοί, έκαστος των οποίων εφύλασσεν ωρισμένην θέσιν. Ήσαν δ' ούτοι ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Νικήτας, ο Ανδρέας Λύκος, ο Νικόλαος Στουρνάρας, ο Μακρής, ο Λάμπρος Βεϊκος, ο Νότης Μπότσαρης, ο Γεώργιος, αδελφός της Βασιλικής, και ο Γρηγόριος Λιακατάς, οίτινες είχον αναγνωρίσει είδος προεδρίας εις τον Νότην Μπότσαρην, ως πρεσβύτερον την ηλικίαν.

Ο αριθμός αυτών ανήρχετο εις τρεις χιλιάδας άνδρας, δυνάμενους να φέρουν όπλα, εκτός πολλών χιλιάδων γυναικών και παιδιών, δεδομένου ότι είχον καταφύγει εκεί πολλαί οικογένειαι των περιχώρων, ινα σωθούν εκ των λεηλασιών του εχθρού. 

Προ τινών ημερών ο Κιουταχής είχε καλέσει τους Έλληνας, ίνα συζητήσουν περί της παραδόσεως του Μεσολογγίου, δεδομένου ότι αυτοί εστερούντο τροφίμων. Πράγματι οι Τούρκοι, αποκλείσαντες αυτούς από ξηράς και θαλάσσης, δεν είχον αφήσει μέρος δια του οποίου να ανεφοδιάζωνται οι ημέτεροι. 

Έλληνες, ίνα κερδίσουν χρόνο, εδέχθησαν να αποστείλουν αντιπροσώπους. Ο Κιουταχής απέστειλεν εκ μέρους του τον Ταχήρ Αμπάζην..., οι δεν Έλληνες τον Μήτσον Κοντογιάννην, τον Ανδρέαν Λύκον, τον Νότην Μπότσαρην, τον Στουρνάραν και τον Γεώργιον Ρινιάσαν. Οι Έλληνες, οίτινες μετέβαινον μόνον με τον σκοπόν όπως κερδίσουν χρόνον, εζήτησαν από τους Τούρκους προθεσμίαν τεσσαράκοντα ημερών ίνα παραδοθούν, επίσης δε εζήτησαν και ομήρους."

Ο Οθωμανός διαμεσολαβητής δεν δέχτηκε να αποστείλει ομήρους σε δούλους, όπως είπε, και έδωσε διορία τριών ημερών για την παράδοση. Παράλληλα απαίτησε από τους Έλληνες να αναχωρήσουν όλοι οι ξένοι, από την πόλη, να παραδοθεί η πύλη της πόλης σε οθωμανική φρουρά, όπως και να καταβληθούν όλοι οι φόροι που δεν είχαν δοθεί από την αρχή της επανάστασης.

"Οι Έλληνες, απορρίψαντες μετά περιφρονήσεως τας προτάσεις ταύτας, διελύθησαν και επέστρεψαν εις Μεσολόγγιον.

Μιαν ώραν πρό της πρωίας της 25ης Ιουλίου κατέπαυσεν ο κανονιοβολισμός και ο βομβαρδισμός, τούτο δε διότι οι Τούρκοι - οίτινες από πολλών ημερών επροχώρουν όπισθεν χωμάτινου προπετάσματος, το οποίον εφρόντιζον να μετακινήται έμπροσθεν αυτών, ενώ εκείνοι εβάδιζον όπισθεν του, και οίτινες, φθάσαντες μέχρι των φραγμάτων των ημετέρων, έρριψαν τα χώματα προς την μιαν πλευράν του ρείθρου, του περιβάλλοντος το Μεσολόγγιον προς το μέρος των οχυρών Τερρίμπιλε, Λουνέττας και Αγίου Νικολάου - εξήλθον μετά μεγάλης ορμής, συντεταγμένοι εις τέσσαρας φάλαγγας, διαβάντες δε το ρείθρον από της ισοπεδωθείσης πλευράς επετέθησαν κατά του Μεσολογγίου και κατέλαβον τα μνημονευθέντα οχυρά.

Οι ημέτεροι, οίτινες είχον υποχωρήσει εις τα εσωτερικά οχυρά, ως και πάντες οι λοιποί, οι πανταχόθεν εκδιωχθέντες (την στιγμήν εκείνην και αυταί αι γυναίκες ωπλίζοντο με λίθους), εξελθόντες ορμητικώς, υπεχρέωσαν εις υποχώρησιν τους Τούρκους, ανακατέλαβον τα οχυρά των και εκυρίευσαν τεσσαράκοντα σημαίας, προκαλέσαντες μεγάλην σφαγήν και απωθήσαντες αυτούς πέραν των οχυρών. Μη υπάρχοντος δε προπετάσματος χωματος, όπερ να τους καλύπτη, επειδή το είχον ρίψει ίνα ισοπεδώσουν την τάφρον, κατεβομβαρδίθησαν υπό του πυροβολικού, το οποίον δια των πολυβόλων και των όπλων κατέστρεψε μέγαν αριθμόν, μέχρις ου ούτοι απεσύρθησαν.

Κατά την στιγμήν εκείνην, αν ο Κιουταχής δεν ευρίσκετο όπισθεν με το ιππικόν και δεν εφόνευεν όσους Τούρκους απεσύροντο εκείθεν των οχυρωμάτων των, ούτοι θα είχον τραπεί εις φυγήν, διασκορπιζόμενοι εις τα όρη. Μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον κατόρθωσαν να τους εξαναγκάσουν να παραμείνουν, επειδή δεν είχον δυνατότητα υποχωρήσεως. 

Την ημέραν εκείνην οι Τούρκοι απώλεσαν πλέον των χιλίων ανδρών, οι ημέτεροι δε περί τους είκοσι και ούτως έληξεν η επίθεσις"

Στα μέσα του Σεπτέμβρη, ο Καραϊσκάκης, που παρενοχλούσε ακατάπαυστα τους πολιορκητές, κατάφερε να περάσει στους Μεσολογγίτες λίγα πολεμοφόδια και τρόφιμα. Μέχρι τα μέσα του Οκτώβρη, ο Κιουταχής είδε τις δυνάμεις του από τις 30.000 να φτάνουν τις 8.000.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1825, ύστερα από πίεση και της “Ιερής Συμμαχίας” προς την Πύλη, καταφτάνει ο Ιμπραήμ από την Αίγυπτο, αποβιβάζοντας περίπου 20.000 πολεμιστές. Εν τω μεταξύ, όπως γράφει ο Νικόλαος Σπηλιάδης στα απομνημονεύματά του, από την ελληνική διοίκηση στην Πελοπόννησο "κανείς δεν κινείται εναντίον του, διότι ο Κολοκοτρώνης είναι φυλακισμένος εις τον Προφήτην Ηλίαν της Ύδρας, και ο Νικηταράς περιπλανάται καταδιωκόμενος, ο, τε Γενναίος και Πλαπούτας ευρίσκονται εις αθυμίαν δια την κατάστασιν των συγγενών των". Τελικά, εξαιτίας της ανάγκης, τους δίνεται αμνηστία, τον Μάιο. Ο Νικηταράς βρισκόταν ήδη στο Μεσολόγγι, κυνηγημένος κατά την διάρκεια του εμφυλίου, από την κυβέρνηση. Εκεί, αφού επιθεωρήσει, ο Ιμπραήμ, την περιοχή, παρατηρεί με ειρωνικό τόνο: “Αυτός ο φράχτης σας εμπόδισε να πατήσετε το Μεσολόγγι;”. Και συμπληρώνει ότι ο ίδιος θα χρειαστεί μόνο δεκαπέντε ημέρες. Ξεκινάει κι αυτός επίθεση εναντίον της πόλης. Αφού περνάνε μερικές μέρες, βλέποντας την σθεναρή αντίσταση, διατάζει το πυροβολικό να βάλλει ακατάπαυστα. Στις 16 Φεβρουαρίου 1826, ξεκινάει σφοδρή επίθεση, η οποία αποκρούεται με σθένος από την ομάδα του Κίτσου Τζαβέλα. Ο Ιμπραήμ, βλέποντας ότι τελικά ο “φράχτης” τού κοστίζει μεγάλες απώλειες, προτείνει, μέσω του Άγγλου αρμοστή των Ιονίων Φρειδερίκου Άνταμ, την παράδοση. Οι πολιορκημένοι, ως σύγχρονοι Θερμοπυλομάχοι τού απαντούν πως “τα κλειδιά της πόλης βρίσκονται στις μπούκες των κανονιών” που ήταν παραταγμένα στην περίμετρο. Την επόμενη, ενοχλημένος διατάζει νέα επίθεση, η οποία είχε τελικά τα αποτελέσματα της προηγούμενης. Μελετώντας από την αρχή το πλάνο της τακτικής, καθιστά το μπλόκο από την θάλασσα αδιάσπαστο. Παρόλα αυτά η φρουρά του Μεσολογγίου με ηρωικές εξόδους τσακίζει τα στρατεύματα, πιάνει αιχμαλώτους, πολεμοφόδια και λάφυρα, αναγκάζοντας τον Ιμπραήμ να περιοριστεί σε βολές πυροβολικού μέχρι τα μέσα Μαρτίου. Σύμφωνα με τα “Ελληνικά Χρονικά”, εφημερίδα της εποχής που εξέδιδε ο Ελβετός φιλέλληνας Γιόχαν Μάγιερ στο Μεσολόγγι, εκείνο το δεκαπενθήμερο πέσανε στο Μεσολόγγι πάνω από 17.000 σιδερένιες μπάλες.
Στις 3 Μαρτίου, ο Ιμπραήμ στέλνει νέο αίτημα για παράδοση, αυτή την φορά με… παραχωρήσεις. Ο Τούρκος απεσταλμένος στο Μεσολόγγι διαμηνύει στην ελληνική αντιπροσωπεία ότι ο πασάς δέχτηκε να αφήσει στους πολεμιστές τα άρματα μετά την παράδοση. Ο Νότης Μπότσαρης τότε, του απαντάει:
“Στάσου! Ξέρεις πότε μπορεί να μας χαρίσει τα άρματα μας; Άμα τα πάρει! Ειδεμή, όσο τάχουμε στο ζουνάρι μας τα ορίζουμε εμείς. Και δεν είναι στην εξουσία του να μας τα χαρίσει, μα να κοιτάξει πως θα φυλάξει και τα δικά του!”
Δίνεται νέα, ακόμη πιο σφοδρή επίθεση των οθωμανικών στρατευμάτων. Το νησάκι Κλείσοβα, που βρίσκεται στην λιμνοθάλασσα, ήταν το κύριο σημείο ανεφοδιασμού των πολιορκημένων από θαλάσσης. Στις 25 Μαρτίου, ο Ιμπραήμ στέλνει εκστρατευτικό σώμα υπό τον Κιουταχή για να το καταλάβει. Στην τοποθεσία βρίσκονταν 131 Έλληνες υπό την διοίκηση του Κίτσου Τζαβέλα, πίσω από τεχνητές οχυρωματικές θέσεις. Το τουρκοαιγυπτιακό σώμα αποτελείτο από 6.000 άνδρες. Μετά από έξι αποτυχημένες προσπάθειες, οι επιτιθέμενοι εγκατέλειψαν, αφού υπέστησαν πανωλεθρία με 3.000 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και ο γαμπρός του Ιμπραήμ, Χουσεΐν μπέης. Οι επαναστάτες από τη μεριά τους, έχασαν 24 άνδρες, ενώ έπεσαν στα χέρια τους αρκετά λάφυρα.
Παρόλα αυτά, το τελευταίο διάστημα, μέχρι τα μέσα του Μαρτίου, ο χειρότερος εχθρός των πολιορκημένων είχε αρχίσει να γίνεται η πείνα. Μέσα στην πόλη δεν υπάρχει πλέον, όχι μόνο ίχνος τροφίμων, αλλά ούτε ποντίκια, γάτες, σκύλοι ή οτιδήποτε που θα μπορούσε να φαγωθεί… Οι νεκρώσιμες καμπάνες όμως δεν χτυπάνε, για να μην δημιουργηθεί στον εχθρό η υποψία της τραγικής κατάστασης εντός των τειχών. Ως ύστατη λύση αποφασίζεται η γενική έξοδος με το σπαθί στο χέρι, και οι προετοιμασίες γίνονται με άκρα μυστικότητα. Οι στρατιωτικοί καταρτίζουν το σχέδιο. Θα κινήσουν δυο φάλαγγες, η μία από πολεμιστές και η άλλη από γυναικόπαιδα, που θα την υπερασπίζουν ευκίνητες δυνάμεις. Οπισθοφυλακή ο Κίτσος Τζαβέλας με την ομάδα του. Μόλις ανατινάζονταν από τους λαγουμιτζήδες τα πρώτα ταμπούρια του εχθρού, θα ακολουθούσε και τρίτη φάλαγγα με αμάχους, που θα τους πλαισίωναν μάχιμοι συγγενείς τους. Γενικός τόπος συνάντησης ορίστηκε το μοναστήρι του Άγιου Συμεώνος.


Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχής και Ιμπραήμ Πασάς


Το σχέδιο της εξόδου που αποφάσισαν οι Μεσολογγίτες:

Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος.

Βλέποντας τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδα υστερημένους απ’ όλα τα κατεπείγοντα αναγκαία της ζωής των προ σαράντα ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εαν μιαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον θέλουσιν αποθάνει όρθιοι εις τους δρομους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν όσο και την ξηράν ώστε να δυνηθώμεν να βαστάξωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδος μας να γίνει βράδυ εις τας δυο ώρας της νυκτός 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαϊων, κατά το σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια.

Α’. Όλοι οι οπλαρχηγοί οι από την δάμπιαν του Στορνάρη εώς την δάμπιαν του Μακρή με του υπό την οδηγίαν των, μία κολώνα, να ριχθούν εις την δάμπιαν του εχθρού εις την ακρογιαλιάν, εις το δεξιόν.

Η σημαία του στρατηγού Νότη Μπότσαρη θέλει μείνει ανοικτή ως οδηγός του σώματος τούτου. Ο στρατηγός Μακρής να την συνοδεύση ως ειδήμονας όπου γνωρίζει τον τόπον.

Β’. Όλοι οι οπλαρχηγοί από την δάμπιαν του στρατηγού Μακρήεως εις την Μαρμαρούν με τους υπό την οδηγίαν των, μια κολώνα όλοι, να ριχθούν εις τον προμαχώνα αριστερά κατά των εχθρών. Ο στρατηγός Μακρής με την σημαίαν του ανοικτή, θέλει είναι οδηγός του σώματος τούτου αριστερά.

Γ’. Δια να μην μπερδευθή το στράτευμα με τας φαμελίας δίδεται το γεφύρι της δάμπιας του Στορνάρη και όλοι οι φαμελίται, εντόπιοι και ξένοι, να τους συνοδεύσουν και να διαβούν από εκεί. Τα δυο γεφύρια είναι το μεν δια την δεξιάν κολώναν και το της Λουνέτας δια την αριστεράν.

Δ’. Κάθε οπλαρχηγός να σηκώση τους στρατιώτας του ανά έναν από τον προμαχώνα του, ώστε ο τόπος να μην μείνη εύκαιρος ως εις την υστερινήν ώραν.

Ε’. Από την Μαρμαρούν άμα σκοτεινιάση να τραβηχθούν από ένας - ένας και να στηθούν εις την δάμπιαν του Χορμόβα.

ΣΤ’. Ο Τζιαβέλλας με όλον το βοηθητικόν σώμα να μείνη οπισθοφυλακή. Αυτός με όλους θέλει περιέλθει όλον τον γύρον του φρουρίου να δώσει την είδησιν εις όλους και να τους πάρει μαζύ του.

Ζ’. Το σώμα της Κλείσοβας οδηγούμενον από τους οπλαρχηγούς του να εξέλθη με τα πλοιάρια εις την μίαν της νυκτός, σιγανά, και άμα φθάση εις την ξηράν να σταθεί έως εις τας δύο ώρας όπου θα γίνει το κίνημα απ’ εδώ, να κινηθή και αυτό.

Η’. Ο τόπος και το σημείον διευθύνσεως μας θέλει είναι ο Άγιος Σιμεός. Οι οδηγοί θέλουν προσέχει να συγκεντρωθούμεν εκεί όλοι.

Θ’. Οι λαγουμιτζήδες να βάλουν εις τα φυτίλια φωτιάν λογαριάζοντας να βαστάξουν μιάν ώραν μετά την έξοδον μας επέκεινα. Το ίδιο να οδηγηθούν και εις τα πυριτοθήκας ευρισκόμενοι ασθενείς και χωλοί. Ηξεύρομεν όλοι τον Καψάλην.

Ι’. Επειδή θα πληγωθούν και πολλοί εξ ημών εις τον δρόμον κάθε σύντροφος χρεωστεί να τον βοηθή και να παίρνη και τ’ άρματα του και εάν δεν είναι και εκ του ιδίου σώματος.

ΙΑ’. Απαγορεύεται αυστηρώς κανένας να μη αρπάξει άρμα συντρόφου του εις τον δρόμον πληγωμένου ή αδυνάτου, αργυρούν ή σιδηρούν και φύγη. Όπου φανεί τοιούτος μετά την σωτηρίαν μας θέλει δίδει το πράγμα οπίσω και θέλει θεωρείσθαι ως προδότης.

ΙΒ’. Οι φαμελίται όλοι άμα προκαταλάβουν τους δύο προμαχώνας αι άλλαι δύο κολώναις θέλουν κινηθεί αμέσως ώστε να περιστοιχισθούν από την οπισθοφυλακήν.

ΙΓ’. Κανένας να μη ομιλήση ή φωνάξη κατά την ώραν της εξόδου μας έως ότου να πέσει το δουφέκι εις το ορδί του Κιουταχή από την βοήθειαν όπου περιμένομεν και εάν, κατά δυστυχίαν, δεν έλθουν βοήθειαι, απ’ όπισθεν πάλιν θέλουν κινηθεί αμέσως όταν κινηθούν αι σημαίαι.

ΙΔ’. Όσοι εκ των αδυνάτων και πληγωμένων επιθυμούν να εξέλθουν και δύνανται, να ειδοποιηθούν από τα σώματα των τούτο.

ΙΕ’. Τα μικρά παιδιά όλα να τα ποτίσουν αφιόνι οι γονείς άμα σκοτιδιάση.

ΙΣΤ’. Το μυστικόν (σύνθημα) θέλει το έχομεν: “Καστρινοί και Λογγίσιοι”.

ΙΖ’. Δια να ειδοποιηθούν όλοι οι αξιωματικοί το σχέδιον επιφορτίζεται ο Νικόλας Κασομούλης, γραμματεύς του Στορνάρη, να περιέλθη από τώρα να τους το διαβάση ιδιαιτέρως εις τον καθέναν. Εάν δε, εις αυτότο διάστημα, φανή ο Στόλος μας πολεμών και νικών να μείνωμεν έως ότου ανταποκριθώμεν.

Εν Μεσολογγίω 10 Απριλίου 1826



Κίτσος Τζαβέλας και Νότης Μπότσαρης



Το απόγευμα της 10ης Απριλίου κατά τις έξι το απόγευμα, ακούγεται ομοβροντία πυροβολισμών από το απέναντι βουνό, σημάδι ότι μια ομάδα μαχητών του Καραϊσκάκη ήταν έτοιμη να χτυπήσει τα νώτα του εχθρού. Κατά τις εννέα το βράδυ, οι ξύλινες γέφυρες ρίχτηκαν πάνω από την τάφρο και ακολούθησαν οι φάλαγγες. Μόλις κατάλαβαν οι τουρκοαιγύπτιοι ότι επιχειρείται μαζική έξοδος, άρχισαν την επίθεση. Μπροστά ο Νότης Μπότσαρης ανοίγει δρόμο, ο Τζαβέλας έχει εισχωρήσει μέσα στις τάξεις του εχθρού και ο Δημήτρης Μακρής πολεμάει να ανοίξει το πέρασμα προς την Κλεισούρα. Λόγω της έντονης συμφόρησης πάνω στις γέφυρες, ακούστηκε μια φωνή: “Πίσω! Πίσω!”. Το γεγονός στάθηκε μοιραίο, καθώς ανέκοψε, ως ένα βαθμό, την δυναμική της εξόδου. Ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή στο ιππικό να κυνηγηθούν τα γυναικόπαιδα και παράλληλα να γίνει εφόρμηση μέσα στο Μεσολόγγι. Όσοι, λίγοι και ανήμποροι αποφάσισαν να μείνουν μέσα στην πόλη, είτε σφαγιάστηκαν είτε αυτοκτόνησαν στις πυριτιδαποθήκες, παίρνοντας μαζί τους και πολλούς εισβολείς. Από τους 9.000 πολιορκημένους, μόνο 1500 κατάφεραν να διασωθούν, περίπου 4.000 σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως δούλοι. Από τα σπίτια της πόλης, μόνο 20 παρέμειναν όρθια. Την επόμενη μέρα ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής μπήκαν μέσα στο Μεσολόγγι. 

Ο Ιμπραήμ αργότερα, δείχνοντας στον Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ τα βουνά, είπε: “Βλέπεις πώς λιώνει το χιόνι στα βουνά; Έτσι θα λιώναμε κι εμείς αν το Μεσολόγγι είχε εφόδια και τρόφιμα τρεις εβδομάδες ακόμη.”
Χαρακτηριστική ήταν η παντελής απουσία της κυβέρνησης. Εκείνο το διάστημα, στο στρατόπεδο των προεστών και των πολιτικών είχε ξεσπάσει έριδα για το ξένο δάνειο. Με τις κινήσεις τους, την ιδιοτέλεια και την δίψα τους για πλούτη και εξουσία φρόντισαν να δέσουν το νεοελληνικό κράτος στο άρμα των αποικιοκρατών, πριν ακόμη την επίσημη σύστασή του. Τον Φεβρουάριο του 1826, όταν τα τρόφιμα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει να γίνονται είδος υπό εξαφάνιση, φτάνοντας αντιπροσωπεία των πολιορκημένων Μεσολογγιτών στο Ναύπλιο, το πρώτο πράγμα που τους ρώτησαν οι πολιτικάντηδες ήταν:
- "Με ποιόν είσαστε εκεί κάτω; Με τον Κωλέττη ή τον Μαυροκορδάτο;”…
- “Εμείς τέτοια πράγματα δεν ξέρουμε εκεί πάνω. Πολεμάμε μονάχα τον εχθρό”, αποκριθήκαν αγανακτισμένοι οι μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές.

Οι πολιτικοί παράγοντες έμειναν στις υποσχέσεις, τόσο στο Ναύπλιο, όσο και στην εθνοσυνέλευση στο Άργος. Η αντιπροσωπεία των πολιορκημένων επιχείρησε να προσφέρει χρήματα στους Υδραίους καραβοκύρηδες - τους κοτζαμπάσηδες των νησιών - για να μεταφέρουν τρόφιμα και εφόδια στο Μεσολόγγι, όμως κι εκείνοι με τη σειρά τους δήλωναν ότι ήταν πολύ λίγα και δεν μπορούσαν να το επιχειρήσουν. Τελικά, μετά την απελευθέρωση, οι προεστοί και οι πολιτικάντηδες χάρισαν τα ηνία του νεοσύστατου κράτους – τα οποία είχαν γραπώσει με ραδιουργίες και υποτέλεια - στις Μεγάλες Δυνάμεις. Αποκόμισαν έτσι όλα τα σχετικά οφέλη, όχι όμως την δόξα και την πατρίδα. Αυτά θα ανήκουν πάντα στους αγωνιστές της “προδομένης επανάστασης”.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου