Κείμενο: Νίκος Μέντζας
Η ηρωική μάχη της Κρήτης έληξε την πρώτη μέρα του Ιούνη του 1943. Το προηγούμενο διάστημα, και πριν το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, του Ιωάννη Μεταξά, είχε επιμελώς μεθοδεύσει τον αφοπλισμό του κρητικού λαού, με την πρόφαση της κατάσβεσης των παθών. Η Κρήτη είχε από το 1937 - '38 οργανώσει αντιφασιστικούς αγώνες εναντίον του Μεταξά και αυτό έφερνε τον δικτάτορα σε δυσχερή θέση. Έτσι, φρόντισε να υπονομεύσει και την πρωτοβουλία για την οργάνωση τοπικής πολιτοφυλακής. Όταν ξεκίνησε η επίθεση της φασιστικής Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας, οι Κρήτες ζήτησαν πάλι από την κυβέρνηση Μεταξά τη συγκρότηση τμημάτων πολιτοφυλακής. Ύστερα από έντονη πίεση, το αίτημά τους έγινε δεκτό. Παρόλα αυτά, σύντομα η προσπάθεια διακόπηκε απότομα από την ίδια την κυβέρνηση. Στο βιβλίο του, “Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-41”, ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Εδιπίδης αναφέρει σχετικά:
"Εντελώς απροόπτως και παραδόξως μια διαταγή του Υπουργείου Δημοσίας Ασφάλειας, απαγόρευσε την συνέχεια των σχετικών προσπαθειών. Έτσι, όταν η στιγμή επέστη, ο πληθυσμός ευρέθη οπλισμένος μόνο με τον ενθουσιασμό τους και με μερικά λιανοντούφεκα."
Οι Άγγλοι, που ήθελαν πάση θυσία να κρατήσουν το νησί λόγω των μεγάλων γεωστρατηγικών, και όχι μόνο, συμφερόντων που αυτό προσέφερε, είχαν πιάσει στρατηγικής σημασίας πόστα έξι μήνες πριν από την επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας. Υπό τις διαταγές των Άγγλων βρέθηκαν και 9000 Έλληνες στρατιώτες, που είχαν καταλύσει στο νησί ύστερα από την προέλαση του πολέμου - αστραπή (Blitzkrieg) των Γερμανών στο μέτωπο του Βορρά. Οι στρατιώτες αυτοί προέρχονταν από τα διάφορα στρατόπεδα και σχολές της ηπειρωτικής Ελλάδας, καθώς και την σχολή χωροφυλακής. Ο συμμαχικός στρατός ανέρχονταν, τον Μάιο του ‘41, σε περίπου 42000 και απαρτίζονταν από αγγλικά, νεοζηλανδικά, αυστραλέζικα και ελληνικά στρατεύματα. Ο διοικητής των νεοζηλανδικών δυνάμεων, στρατηγός Bernard Freyberg, διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη, σε αναφορά προς το Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, έγραφε:
"Οι δυνάμεις που έχω στην διάθεση μου είναι ολότελα ανεπαρκείς και δεν μπορώ να ελπίζω πως θα κρατήσω. Η απόφαση να κρατηθεί το νησί πρέπει να αναθεωρηθεί, εκτός αν διατεθεί η αναγκαία αεροπορική προστασία."
Η επίθεση θα ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας αεροπορική εισβολή που επιχειρούσαν οι Γερμανοί, οι οποίοι είχαν στην διάθεση τους 25000 άνδρες, με επικεφαλής τους Alexander Löhr και Kurt Student. Οι ναζί υπερείχαν σε πολεμικό υλικό και αεροσκάφη, που στο σύνολο τους ξεπερνούσαν τα 1200. Χαρακτηριστικό είναι πως τα σμήνη των γερμανικών αεροσκαφών φαίνονταν σα νέφη από το νότιο μέρος της Πελοποννήσου. Ο κύριος στόχος των εισβολέων ήταν η κατάληψη καίριων σημείων, όπως ήταν τα αεροδρόμια του Μάλεμε, Ρεθύμνου, Ηρακλείου και το λιμάνι της Σούδας.
Η από αέρος εισβολή της ναζιστικής μηχανής ξεκίνησε τις πρωινές ώρες, στις 06:30 της 20ης Μαϊου, πάνω από την περιοχή των Χανίων, με τα γερμανικά αεροπλάνα να σφυροκοπούν ολόκληρη την περιοχή. Γύρω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε, οι Νεοζηλανδοί μαζί με τους Έλληνες πολεμούσαν για να κρατήσουν την περιοχή, σκοτώνοντας πολλούς αλεξιπτωτιστές. Το μεσημέρι, στις περιοχές Ρεθύμνου και Ηρακλείου, έγιναν μαζικές ρίψεις αλεξιπτωτιστών, μηχανοκίνητων και πολεμικού υλικού. Τα μαχητικά καθέτου εφορμήσεως της Luftwaffe πυρπολούσαν συνεχώς τα σημεία από χαμηλό ύψος. Ο Βρετανός ναυτικός διοικητής Ηρακλείου Μακντόναλντ αναφέρει ότι “υπολογίζεται πως 400 αεροπλάνα πετούσαν πάνω από την πόλη μεταξύ 16:00 και 19:00 ώρας”. Παρόλα αυτά, η αντίσταση ήταν σκληρή με αποτέλεσμα οι ναζί να έχουν υποστεί βαριές απώλειες μέχρι το βράδυ. Ειδική μνεία οφείλει να γίνει στους εξόριστους και φυλακισμένους αντιφρονούντες στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, οι οποίοι επέδειξαν τεράστια αποθέματα ηρωισμού, αυτοθυσίας και πατριωτισμού, όταν κατάφεραν να δραπετεύσουν από τις παρατημένες πλέον φυλακές και να πάρουν τα όπλα για να πολεμήσουν. Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το χωριό Μάλεμε και το αντίστοιχο αεροδρόμιο, όπου ξεκίνησε αμέσως η προσγείωση αεροσκαφών και υλικού, άψυχου και “έμψυχου”. Ο Λοχαγός Μιχαήλ Τσανάκας γράφει μεταξύ άλλων σε έκθεση του, σχετικά με την συμμετοχή και συνεργασία των πολιτών με τον στρατό:
"Πάσα επίπεδος επιφάνεια, δυναμένη να δεχθή έστω και εν αεροπλάνον, κατέστη υποθετική ζώνη πτώσεως των αλεξιπτωτιστών και εστάλη φρουρά δια την παρακολούθησιν και φύλαξιν, κατ’ αρχάς εξ ενός τυφεκίου και πελέκεων ή αξινών, είτα δε, όταν προσήλθον σχεδόν πάντες οι δυνάμενοι να φέρωσι όπλα, δι’ ανδρών εξοπλισμένων οπωσδήποτε δια πυροβόλων όπλων.
Τούτη ήτο η αυθόρμητος προσέλευσις των πολιτών, προς απόκρουσιν της προσβολής, ώστε μόλις την επομένην 24ην Μαϊου κατόρθωσα πεζή να αφειχθώ εις Ρέθυμνον, την δε 8ην ώραν ανέλαβον υπηρεσίαν.
Εκεί επληροφορήθην ότι τμήμα πολιτών υπό την ηγεσίαν αξ/κου κατέχει την προς Ρέθυμνον δημοσίαν οδόν και εν συνεργασία μετά του Σχολείου Χωροφυλακής και ενός Τάγματος Πεζικού εις το δεξιόν του, καθήλωσαν πάσα προς το Ρέθυμνον κίνησιν των αλεξιπτωτιστών.
Ομοίως επληροφορήθην κατά τους υπολογισμούς της στιγμής εκείνης, ότι εκ των χιλίων περίπου Γερμανών αλεξιπτωτιστών, οίτινες επήδησαν εκ των αεροπλάνων, πλέον του ημίσεος ετέθη εκτός μάχης, πρίν ή πατήσωσι το έδαφος…”
Είναι γεγονός ότι πολλά κουφάρια έπεφταν από τον ουρανό κατά την διάρκεια της μάχης.
Είναι γεγονός ότι πολλά κουφάρια έπεφταν από τον ουρανό κατά την διάρκεια της μάχης.
Ο ανθυπομοίραρχος Δημήτρης Καραβελάκης γράφει σε έκθεση του, σχετικά με την έλλειψη οπλισμού και το σθένος των πολιτών:
"Ο κόσμος των Χανίων μαζί με του άοπλους στρατιώτας έτρεχαν από την μίαν διαχείρισιν εις την άλλην ζητούντες όπλα. Πουθενά δεν βρισκότανε τέτοια και απεφασίσθη να παν όλοι με ρόπαλα και μαχαίρια να σκοτώσουν Γερμανούς όπως μπορούν και να οπλισθούν. Μερικά μέτρα μακρύτερα (σ.σ. από ένα σημείο ρίψης) ήτο ένα στρατιωτικόν ελληνικόν κατάστημα του οποίου την είσοδον εφρούρει ένας Έλλην σκοπός. Κατόρθωσε πριν να τον αντιληφθούν οι Γερμανοί και σκότωσε δυο. Μόλις τον αντελήφθησαν του έριξαν, τον τραυμάτισαν, τον συνέλαβον και τον ετελείωσαν αφού του έκοψαν τα αυτιά, την μύτη, τους οφθαλμούς.
Ο οπλισμός δε του Έλληνος σκοπού ήτο ένα γκράς και 10 φυσίγγια. Όλος ο κόσμος ο άοπλος, πολίται και στρατιώται έτρεχαν μέσα στον κάμπο των Χανίων προς το Μάλεμε για να φθάσουν στις γερμανικές γραμμές κρυπτόμενοι από πέτρα σε πέτρα, από δένδρο σε δένδρο για να αποφύγουν και τα αεροπλάνα που ήσαν από επάνω. Εξελίχθησαν σκηναί ηρωισμού, σκηναί φιλοπατρείας, ανδρίας, θάρρους, αυταπαρνήσεως. Φθάσαμε στην γερμανική γραμμή. Εγώ ως αξ/κος είχα μερικούς στρατιώτας εκ των οποίων ολίγοι είχαν όπλα. Πιάσαμε μάχη. Εθαύμασα τον ηρωισμό όλων των στρατιωτών και πολιτών. Αι γυναίκες βοηθούσαν τους άνδρες μεταφέροντας κανένα φυσίγγιο ή κανένα όπλο παληό αν ανεκάλυπταν πουθενά.”
Τη νύχτα της 26ης, οι αγγλικές δυνάμεις, βλέποντας τα προγεφυρώματα που είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν οι Γερμανοί, άρχισαν να συμπτύσσονται προς την περιοχή των Σφακίων, από όπου ξεκίνησαν το πέρασμα στην Μέση Ανατολή. Οι Άγγλοι διέταξαν την κατάπαυση των εχθροπραξιών από τις 27, ενώ οι Κρητικοί συνέχιζαν τον μοιραίο αλλά ηρωικό αγώνα τους εναντίον των τεράτων. Στις 29 του μήνα, γερμανικές προκηρύξεις ρίχτηκαν από αέρος, απευθυνόμενες στους κατοίκους του νησιού:
1. Όστις διαπράττει αδικήματα προς Γερμανούς αιχμαλώτους, αντιθέτως προς το διεθνές δίκαιον , θα τιμωρηθή αμειλίκτως και κατά τον ίδιον τρόπον, είτε άνδρας είναι είτε γυναίκα. (σ.σ. Οι ίδιοι οι ναζί ήταν οι πρώτοι που αθέτησαν τους όρους του Διεθνούς Δικαίου, με τις διαταγές περί εκτέλεσης των κομισάριων στο ανατολικό μέτωπο κ.α.).
2. Αν λαμβάνουν χώραν τοιούτου είδους κακουργήματα πλησίον χωρίων, ταύτα θα πυρπολούνται αμέσως και οι κάτοικοι αυτών θα αναλαμβάνουν όλες τις ευθύνες των συνεπειών.
3. Εκτός τούτου όμως επιφυλασσόμεθα να εφαρμόσωμεν κατ’ αυτών και άλλα αυστηρότερα μέτρα αντεκδικήσεως.
Σύμφωνα με τα επίσημα αγγλικά στοιχεία, οι Άγγλοι, από συνολική δύναμη 27550 ανδρών είχαν απώλειες 13000 (νεκροί, τραυματίες και αιχμάλωτοι). Οι ελληνικές απώλειες ανέρχονταν σε 6500 στρατιώτες. Σύμφωνα με τα γερμανικά στοιχεία, η Wehrmacht είχε 2071 νεκρούς, 2594 τραυματίες και 1888 αγνοούμενους, ενώ οι Άγγλοι κάνουν λόγο για 15000 Γερμανούς, στο σύνολο, σε αυτούς τους τομείς. Και οι δυο απόψεις θεωρούνται αστήριχτες. Η μάχη της Κρήτης κόστισε τη ζωή σε 3500 αμάχους, είτε από αντίποινα, είτε από βομβαρδισμούς. Η αγγλική διοίκηση στη μάχη της Κρήτης στάθηκε συχνά κατώτερη των περιστάσεων και χαρακτηρίστηκε μάλλον από κινήσεις πανικού και σοβαρότατες ελλείψεις σε αεροπορική κάλυψη. Στην μάχη της Κρήτης οι ναζί πραγματοποίησαν τη μοναδική, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου, από αέρος επιδρομή τους σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά την πύρρειο νίκη τους, το ηθικό τους κάμφθηκε από την παλλαϊκή αντίσταση και άμυνα, που δεν περίμεναν ότι θα συναντούσαν, με αποτέλεσμα τρομερές απώλειες, ψυχικές, υλικές και ηθικές. Η 7η αερομεταφερόμενη Μεραρχία των ναζί, από εκείνο το σημείο και μετά μπαίνει σε δευτερεύουσα θέση, ενώ οι αλεξιπτωτιστές δεν θα ξαναχρησιμοποιηθούν σαν όπλο μαζικής επίθεσης, στις ναζιστικές εκστρατείες.
Μεταπολεμικά, το θέμα της συμμετοχής των κατοίκων στην μάχη απασχόλησε και το Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου, σε σχέση με τις διεθνείς συμβάσεις. Η απόφαση δικαίωνε τους αμυνόμενους καθώς, βάσει του άρθρου 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι νόμοι, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις - σε κατάσταση πολέμου - έχουν ισχύ όχι μόνο για τον τακτικό στρατό, αλλά και για τις εθνοφρουρές και τα σώματα των εθελοντών, υπό τέσσερις προϋποθέσεις: τα σώματα αυτά να τελούν υπό την αρχηγία προσώπου το οποίο φέρει την ευθύνη, να βρίσκονται σε σταθερό και διακριτό σημείο, να φέρουν φανερά τα όπλα τους και να συμμορφώνονται με τους νόμους και τα έθιμα του πολέμου. Επίκληση έγινε επίσης και στο άρθρο 2, που αναφέρεται στον αυθόρμητο εξοπλισμό των κατοίκων μιας περιοχής, σε περίπτωση προσέγγισης του εχθρού, ελλείψει χρόνου.
Στις 2 Ιουνίου, οι ναζί, με αφορμή τον εντοπισμό νεκρών Γερμανών στρατιωτών κοντά στο Κοντομαρί, πάνω σε δέντρα, ξεκινούν να σκορπούν τον “πολιτισμό” τους με αφετηρία το χωριό του νομού Χανίων. Όρμησαν μέσα σε σπίτια, έβγαλαν όλους τους κατοίκους έξω, συγκεντρώνοντας τους στην πλατεία και ύστερα ξεχώρισαν τους άνδρες (23 σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία) σε έναν ελαιώνα, όπου και τους εκτέλεσαν. Ακολούθησε η χαριστική βολή σε κάθε πτώμα χωριστά και, τέλος, οι πανηγυρισμοί για το "μεγάλο" κατόρθωμα. Οι εκτελέσεις έγιναν υπό την ηγεσία του υποσμηναγού Horst Trebes κάτω από τις διαταγές του πτέραρχου Kurt Student. Το γεγονός αποτυπώθηκε στον φακό - καρέ καρέ - από τον Γερμανό υπολοχαγό Franz Peter Weixler. Η αναγνώριση των περισσότερων πτωμάτων από τους συγγενείς έγινε, λόγω της υπερβολικής τους παραμόρφωσης, από τα ρούχα. Κατά την διάρκεια των έξι πρώτων ημερών του Ιουνίου, εκτελέστηκαν 200 πολίτες. Ήταν η πρώτη από μια τεράστια σειρά μαζικών εκτελέσεων αμάχων κατά την διάρκεια του Β’ Π.Π., στην Ελλάδα.
Ο Weixler, σε μαρτυρία που συντάχθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1945, ανέφερε:
"Την 1η ή 2α Ιουνίου 1941, βρισκόμουν στο μέρος που είχαμε στρατοπεδεύσει, στην πρωτεύουσα της Κρήτης, τα Χανιά, όταν ένας αξιωματικός με πλησίασε και μου είπε πως εκείνο το απόγευμα επρόκειτο να δω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Σε απάντηση της ερώτησής μου, μου είπε ότι ένα τιμωρητικό απόσπασμα επρόκειτο να σταλεί εναντίον διαφόρων χωριών, διότι είχαν βρεθεί κατακρεουργημένα πτώματα Γερμανών αξιωματικών. Η ανώτατη διοίκηση της Luftwaffe είχε πληροφορηθεί το γεγονός αρκετές μέρες πριν και ο Goering είχε δώσει διαταγή να ληφθούν τα αυστηρότερα μέτρα, όπως η εκτέλεση αντρικού πληθυσμού μεταξύ 18 και 50 ετών. Είπα στον νεαρό αξιωματικό και στον λοχαγό Gericken ότι δεν είχα δει κανένα πτώμα σφαγιασμένου αλεξιπτωτιστή, είχα δει όμως πολλά πτώματα συντρόφων, των οποίων τα πρόσωπα είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται από την τροπική ζέστη. Κατόπιν πήγα να δω τον ταγματάρχη Stenzler, ο οποίος μου είπε ότι μία αποστολή του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών είχε αναχωρήσει από το Βερολίνο την προηγούμενη μέρα, προκειμένου να διεξαγάγει έρευνα αναφορικά με τη φερόμενη σφαγή των αλεξιπτωτιστών. Είπα στον Strenzler ότι κατά τις πρώτες μέρες της μάχης είχα δει γύπες να τρώνε τα πτώματα των συντρόφων μας. Υπενθύμισα στον ταγματάρχη ότι είχαμε δει αμέτρητα πτώματα συντρόφων μας σε ημι-αποσύνθεση, αλλά ποτέ κάποιον να σκοτώνει ή να σφάζει και συμπλήρωσα επίσης ότι θεωρούσα την εκτέλεση της διαταγής του Goering στυγνό έγκλημα. Ικέτεψα τον ταγματάρχη Strenzler να μη στείλει το τιμωρητικό απόσπασμα και όταν εκείνος μου διευκρίνισε ότι δεν είναι δική μου δουλειά, πήγα να δω τον υπολοχαγό Trebes, ο οποίος εκείνη την ώρα έβγαζε λόγο σε μια ομάδα 30 περίπου αντρών. εξηγώντας τους "πόσο σημαντικό ήταν να εκτελεστεί η πράξη όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ως αντίποινα για τους συντρόφους μας που είχαν δολοφονηθεί".
Η τιμωρητική αποστολή αποτελείτο από τον υπολοχαγό Trebes, έναν άλλον υπολοχαγό, έναν διερμηνέα, δύο λοχίες και περίπου 25 αλεξιπτωτιστές του 2ου Τάγματος. Ως φωτογράφος της Μεραρχίας μου, μου επιτράπηκε να συνοδεύσω αυτή την αποστολή. Κοντά στο χωριό Μάλεμε, σταματήσαμε και ο Trebes μας έδειξε αρκετά πτώματα στρατιωτών, προφανώς σε στάδιο αποσύνθεσης. Υποκινούσε το μίσος των αντρών εναντίον του πληθυσμού. Συνεχίσαμε την πορεία μας για το χωριό Κοντομαρί. Οι άντρες βγήκαν από τ’ αυτοκίνητα και όρμησαν στα σπίτια της μικρής κοινότητας. Έβγαλαν όλους τους κατοίκους από τα σπίτια τους - άντρες, γυναίκες, παιδιά - και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία. Στο μεταξύ, σε ένα σπίτι βρέθηκε το σακάκι ενός αλεξιπτωτιστή με μια τρύπα από σφαίρα στην πλάτη. Ο Trebes, αφού το εξέτασε, έδωσε εντολή να κάψουν το σπίτι. Ένας άντρας παραδέχτηκε ότι είχε σκοτώσει Γερμανό αλεξιπτωτιστή, αλλά δεν ήταν δυνατόν να καταδικάσουμε κανέναν από τους άλλους για εγκλήματα ή λαφυραγωγία και ως εκ τούτου πρότεινα στον Trebes να μην προβεί στην εκτέλεση του σχεδίου και να μας δώσει εντολή να επιστρέψουμε παίρνοντας εκείνον τον άντρα μαζί μας. Όμως εκείνος ξεχώρισε όλους τους άντρες από το πλήθος και δήλωσε στις γυναίκες, μέσω του διερμηνέα, ότι θα τους εκτελέσουν και ότι πρέπει να τους θάψουν μέσα σε δύο ώρες. Όταν ο Trebes γύρισε την πλάτη του για μερικά λεπτά κατάφερα να διευκολύνω εννέα άντρες να δραπετεύσουν. Κατόπιν ο Trebes έβαλε τους άντρες να σχηματίσουν ένα ημικύκλιο, έδωσε τη διαταγή του πυροβολισμού και σε περίπου δεκαπέντε δευτερόλεπτα όλα είχαν τελειώσει.”
![]() |
| Η δολοφονία των αμάχων στο Κοντομαρί. |
Μετά τον πόλεμο, ο Γερμανός στρατηγός των αλεξιπτωτιστών, Bruno Bräuer, κατά τη διάρκεια της δίκης του σε Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου, που συνεδρίασε στην Αθήνα μεταξύ της 31ης Οκτωβρίου και της 9ης Δεκεμβρίου 1946, δήλωσε ότι “κακοποιήσεις Γερμανών στρατιωτών δεν έγιναν. Πολλά πτώματα, λόγω της υπερβολικής ζέστης, υπέστησαν αλλοιώσεις, διότι παρέμεναν άταφα πάνω από δέκα ημέρες, άλλα κατακρεουργήθηκαν από τα όρνεα. Και αυτό θεωρήθηκε εσφαλμένως ότι έγινε από τους Κρήτες”. Μετά την μάχη ανακαλύφθηκαν πτώματα Γερμανών με κομμένα τα γεννητικά τους όργανα και τοποθετημένα στο στόμα. Στην πρακτική αυτή, προφανώς, προέβησαν στρατιώτες από την φυλή των Μαορί που ανήκαν στις αγγλικές δυνάμεις στις οποίες υπηρετούσαν, προερχόμενοι από τις αγγλικές αποικίες και συμπεριλάμβαναν την συγκεκριμένη πράξη σε τελετουργικά τους έθιμα.
Μερικές μέρες πριν, στις 24 Μαΐου, οι ναζί, κατευθυνόμενοι νότια, σταμάτησαν στο χωριό Κακόπετρος. Εκεί εισέβαλαν στο αρχοντικό του Αντώνη Λουφαρδάκη και θέρισαν πέντε γυναίκες - από 19 μέχρι 75 ετών - και ένα νήπιο 3 ετών στην αγκαλιά της μάνας του. Οι ναζί δεν κατάφεραν να αποτελειώσουν μια άλλη γυναίκα με ένα νήπιο 2 ετών, η οποία κατάφερε να κρυφτεί, με επτά τραύματα στα πόδια της. Τρία χρόνια μετά, στις 26 Αυγούστου του ‘44, οι Γερμανοί εισέβαλαν πάλι στο Κακόπετρο σκορπώντας την καταστροφή, έτσι όπως μόνο εκείνοι ήξεραν. Πολλοί κάτοικοι είχαν τρέξει στα βουνά για να κρυφτούν. Η Κυριακούλα Μαλανδράκη, που είχε σώσει τη μικρή Μαρία (2 ετών) τρία χρόνια, πριν έχασε τα δυο της αγόρια σ’ εκείνη την επιδρομή. Όρμησαν μέσα στο σπίτι και άρπαξαν τον Αναστάση (21) και τον Μιχάλη (19). Τους τράβηξαν στην αυλή και μπροστά στα μάτια της μάνας που την κρατούσε ένα από τα κτήνη, γάζωσαν και αποτέλειωσαν πρώτα τον Αναστάση και μετά τον Μιχάλη, ο οποίος, μισοζώντανος, προσπαθούσε να κρατήσει τα εντόσθια που χύνονταν από την κοιλιά του. Τότε, ένας ναζί τον αποτέλειωσε, σημαδεύοντας με το όπλο το κεφάλι του. Τα μυαλά του νέου χύθηκαν, που κολλώντας στον τοίχο. Όλα τα “κατορθώματα”, αποτυπώθηκαν και σε αναμνηστικές φωτογραφίες… Στο σπίτι της Μαρίας και του Κωνσταντίνου Δεσποτάκη, πήραν τα τέσσερα από τα έξι παιδιά τους, τα έστησαν σε ένα σημείο του δρόμου, τα θέρισαν και ύστερα τα πέταξαν σε ένα χαντάκι. Ήταν ο Μανώλης Δεσποτάκης (27), ο Σπύρος (24) και οι δίδυμοι Αναστάσης και Χαραλάμπης (17). Αφού δολοφόνησαν τα παιδιά, επισκέφθηκαν πάλι το σπίτι της ανυποψίαστης μάνας και την έβαλαν να τους μαγειρέψει κότες που είχαν προηγουμένως πλιατσικολογήσει… Το απόγευμα, αφού έφυγαν οι βάρβαροι, η χαροκαμένη μάνα ψάχνοντας τα τέσσερα αγόρια της, τα βρήκε, από το αίμα που έτρεχε στον δρόμο, πεταμένα στο χαντάκι…
![]() |
| Τα αδέλφια Μαλανδράκη, Μιχάλης και Αναστάσιος. |
Στην Κάνδανο, οι κάτοικοι είχαν επιδείξει σκληρή και αποφασιστική αντίσταση με λίγα λιανοντούφεκα, καθ’ όλη την διάρκεια της μάχης της Κρήτης. Με την είσοδο τους στο χωριό, οι ναζί ξεκίνησαν τις εκτελέσεις και τις πυρπολήσεις. Στις 3 Ιουνίου, η Wehrmacht κυριολεκτικά ισοπέδωσε το χωριό. Άνθρωποι, ζώα, δέντρα, κτίσματα, περιουσίες, όλα έγιναν παρανάλωμα. Αρκετοί κάτοικοι είχαν καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές και, την επόμενη μέρα, αφού είχαν φύγει οι εισβολείς, κατέβηκαν στο μέρος που κάποτε βρισκόταν το χωριό τους για να βρουν συντρίμμια, κάρβουνα, σκόνη και καπνούς. Μετά την “εξαΰλωση” του χωριού, οι ναζί έστησαν στην είσοδό του πινακίδα που έγραφε τα εξής:
"Δια την κτηνώδη δολοφονίαν Γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του μηχανικού από άνδρας, γυναίκας και παιδιά και παπάδες μαζύ και διότι ετόλμησαν να αντισταθούν κατά του μεγάλου Ράιχ κατεστράφη την 3 - 6 - 1941 η Κάνδανος εκ θεμελίων, δια να μην επαναοικοδομηθεί πλέον ποτέ."
Δυο ακόμη επιγραφές έστησαν οι ναζί. Στην δεύτερη, που στήθηκε το 1943, ανέφεραν:
"Εδώ υπήρχε η Κάνδανος, κατεστράφη προς εξιλασμόν της δολοφονίας 25 Γερμανών στρατιωτικών."
Το χωριό τελικά ξαναχτίστηκε, παρά τις επιθυμίες των ναζί, όπως και χιλιάδες άλλα χωριά της Ελλάδας.
![]() |
| Τα τέσσερα αδέλφια Δεσποτάκη και οι γονείς, Μαρία και Κωνσταντίνος Δεσποτάκης. |
Ο Horst Trebes σκοτώθηκε το 1944 στην Νορμανδία. Ο Kurt Student “καταδικάστηκε” το 1947 σε πενταετή κάθειρξη, όμως έλαβε χάρη και αποφυλακίστηκε την επόμενη χρονιά. Δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματα κατά των αμάχων, διορίσθηκε επικεφαλής σε θέσεις κλειδιά της στρατιωτικής και δημόσιας διοίκησης - και σε ευρωπαϊκό επίπεδο - και πέθανε ευτυχισμένος στα 88 του χρόνια. Την ημέρα του θανάτου του, κηρύχθηκε εθνικό πένθος στην Γερμανία. Τον Student στην διοίκηση της Κρήτης διαδέχθηκε ο στρατηγός Alexander Andrae, του οποίου η θητεία χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανείς ωμότητες και αμιγώς ναζιστικές αντιλήψεις και μεθόδους. Ο Andrae ήταν υπεύθυνος για χιλιάδες εκτελέσεις, βασανιστήρια και καταστροφές. Η δίκη εναντίον του ξεκίνησε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 1947, και τερματίστηκε στις 22 του ίδιου μήνα. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ύστερα η ποινή του μειώθηκε σε τετραετή φυλάκιση και τελικώς αποφυλακίστηκε στις 10 Ιανουαρίου 1952. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και παράγοντες του πολιτικού σχηματισμού “Deutsche Reichspartei”, που συγκροτήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, για να διαλυθεί μέσα στην δεκαετία του ‘60 και τελικώς να αποτελέσει κομμάτι του νεοϊδρυθέντος τότε “NPD” (Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας). Ο Andrae πέθανε το 1979 σε ηλικία 90 ετών.

.jpg)

.jpg)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου